Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Requiem for Mono of Japan

Οι Μόνο είναι χαρακτηριστικοί γιαπωνέζοι. Πρώτα ενθουσιάζονται με κάτι εξωτικό -για αυτούς- κυρίως από τον δυτικό πολιτισμό. Στην περίπτωση τους το ποστ ροκ των Μogwai. Στην αρχή το αντιγράφουν χωρίς αλλαγές ώστε να γίνουν κάτοχοι του πραγματικοί. Αν δεν κατέχεις κάτι ολοκληρωτικά δεν μπορείς ούτε να το αναπτύξεις ούτε να το καταστρέψεις. Μετά σιγά σιγά το αλλάζουν προσαρμόζοντας το στα μέτρα τους, στην φιλοσοφία τους, στην κάβλα τους. Και τέλος, ακούγοντας τους 20 χρόνια μετά στην ΑΘήνα με το Recoil, Ignite αναρωτιέσαι φωναχτά “Πόσο γαμάτε;!”

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ μια πιο ρομαντική ιστορία στο ποστ ροκ από αυτή των Mono. Πριν το Hymn to the Immortal… δεν τους ήξερε κανείς ή μάλλον τους ξέρανε κάτι ποστροκάδες που αγαπούσαν να ακούν μογκουαικά ριφ παντού. Το Ηymn είναι μαγικό, αέρινο, κελαρυστό είναι εύθραυστο είναι η στιγμή που η μπάντα περίμενε σε όλη της την μουσική ζωή. Είναι το σημείο μηδέν, οι Μονo έχουν χαρακτηριστικό ήχο που δεν παραπέμπει σε κανέναν άμεσα. Από αυτό το σημείο υπάρχουν δύο δρόμοι: Να παραμείνουν οι Μόνο του Hymn ή να μας σκίσουν τα αυτιά και τις ποστροκ ψυχές με κάτι άλλο, κάτι αντιηρωικό.

Γι’ αυτό αγαπάμε τους Μόνο. Γιατί ο δύσβατος δρόμος της μουσικής δημιουργίας περνάει μέσα από αποτυχίες, πεσίματα, καταστροφές μέχρι να (-αν) φτάσει στην δεύτερη μαγική στιγμή που απογειώνει μπάντες, ακροατές, κριτικούς, τους πάντες. Και οι Μόνο μετά την αργή προσαρμογή στην ταμπέλα του Ηymn (πρέπει να το απολαύσεις) και την μικρή αποτυχία του Holy Ground και του For my parents αλλάζουν πάλι το χρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο κουνιόμαστε εμείς οι ποστροκάδες με το Rays of Darkness. H σκοτεινιά του έχει μια δύναμη που σε παρασέρνει μαζί του στον Άδη να παρακαλέσεις μαζί με τον Ορφέα για την επιστροφή της Μούσα σου, ενώ ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. 

Το Requiem from Hell παραπέμπει πάλι σε αυτή την σκοτεινή δύναμη αλλά δεν ήταν γραφτό του να επαναλάβει τα ίδια συναισθήματα με τον προκάτοχο του. Όταν ακούς ότι παραγωγός θα είναι ο Albini, εκτός από την γελοία σκέψη ότι όλοι είχαν τον Αμπίνι παραγωγό, ξέρεις βασικά ότι ο ήχος θα είναι σκληρός, άκαμπτος, ότι οι κιθάρες θα τα δώσουν όλα. Όποιος πέρασε από τα χέρια του, είτε το ήθελε είτε όχι, έκλεισε το μάτι του στο indie και το hardcore και οι Mono δεν είναι εξαίρεση.
Αν και όλος ο δίσκος είναι ένα σχεδόν ενιαίο έργο, μπορώ να τον χωρίσω σε τρία μέρη:

Πρώτο μέρος, Death in Rebirth + Stellar: Επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ο Τάκα ο οποίος έχει γράψει τον δίσκο μόνος του, έγραψε τραγούδια που επιβαλόταν να παράξει ο Αλμπίνι! Οι κιθάρες εδώ δεν αστειεύονται ούτε κλαψουρίζουν. Μπαίνουν σε πρώτο πλάνο από το ξεκίνημα (βέβαια αν δεν υπήρχαν οι ντράμερ θα σου έλεγα τι ποστ θα ακούγαμε τώρα) και ξέρεις ότι θα κρατήσουν την πρωτιά και θα ξεσπάσουν τόσο έντονα όσο ένα τσουνάμι στο Σινικό Τείχος! Και το κάνουν ακριβώς στο μέσο του κομματιού (ξεσπάνε) χωρίς όμως να έχεις την εντύπωση ότι τελειώσε κιόλας η αναμονή. Είναι αυτό το αίσθημα που οι κορυφαίοι μουσικοί του ποστ έχουν εφεύρει, που το κομμάτι αναπτύσεται σε πολλά επίπεδα και πολλά ξεσπάσματα τα οποία όμως δεν σε τελειώνουν αλλά συνεχίζουν την αναμονή. Θυμάμαι δύο περιστατικά: Με τον JB να περιμένουμε όλο αγωνία να κορυφωθεί το Storm και να λέμε κάθε λίγο “δεν φτάνει ρε φίλε!”. Και σε έναν γάμο όπου περιμένουμε το ζευγάρι να μπει με το Moya αλλά η τελική κορύφωση αργεί βασανιστικά και πέφτει εκεί που δεν την περιμένεις (ή έχεις κουραστεί να περιμένεις.) Έτσι εδώ ένα χαρακτηρικότερο κομμάτι αυτής της τεχνικής δημιουργίας αναμονής και κορύφωσης, το Death in Rebirth τα σπάει Αλμπινικά και ποστροκικά μέχρι να κορυφωθεί και να πέσει στο ξεκίνημα του χαμηλων τόνων Stellar, που είναι μεν ένα όμορφο ιντερλούδιο με έγχορδα και καμπανάκια, πιανάκια αλλά είναι ένα ενδιάμεσο κομμάτι μέχρι να ξεκινήσει το δεύτερο (και καλύτερο;) μέρος.

Δεύτερο μέρος, Requiem from Hell: Παλιά θυμάμαι μου άρεσαν (ακόμα δηλαδή μου αρέσουν) τα πολύ μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ποστ ροκ. Ήμουν τόσο βλαμμένος με την διάρκεια που όταν αγόραζα ένα νέο σι ντι το πρώτο που κοίταζα ήταν τα λεπτά δίπλα στα τραγούδια για να διαλέξω το αγαπημένο μου. Όπως καταλαβαίνετε (αν εξαιρέσουμε τους GYBE!) το My father my king ήταν για πολλά χρόνια το αγαπημένο μου σι ντι. Όχι μόνο έγραφε την διάρκεια κάτω  από τον τίτλο αλλά ήταν 20:12!

Με χαρά θυμήθηκα αυτή μου την μανία μόλις ανακάλυψα ότι το Requiem from Hell διαρκεί 17’ 48’’! Δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν τα σύντομα ή κανονικά τραγούδια (όπως το So long, lonesome ή το San Pedro) αλλά πάντα πίστευα ότι στο ποστ ροκ για να ξεδιπλωθεί η μουσική και να κάνει όλα όσα θέλει η μπάντα πρέπει να πάει πιο μακριά. Στην περίπτωση των Mono και του Requiem τα πάντα πάνε κατ’ ευχή. Ξεκινάνε άτσαλα με τις κιθάρες, δίνοντας όμως μία ιδέα για το τι θα ακολουθλησει και το τέμπο μπάινει στα 5’ (!). Από εκείνο το σημείο και μετά μπορείς να απολαύσεις το ποστ ροκ στην πιο αγνή και όμορφη του μορφή, κιθάρες - τέμπο - ντραμς όλα χορεύουν σφιχταγκαλιασμένα παράγοντας μουσική που -πιστέψτε με- μπορείτε και να σιγοτραγουδήσετε στην δουλειά! 

Αυτό διαρκεί περίπου 4’.  Μετά ακολουθεί αυτό που ξεχωρίζει το ποστ ροκ από το ορχηστρικό indie. Για τρία λεπτά η κιθάρα του Τάκα κάνει 35χρονα αγοράκια/κοριτσάκια να ξεχνάνε ότι είναι ετερο- ή ομοφυλόφυλοι και να κουνιουνται ερωτικά όλοι μαζί με τον χαρακτηριστικό τρόπο. Και τέλος μακελειό! Όγκος, κιθάρες, μπάσο ντραμς σπάνε τα όρια της μουσικής για να επανέλθουν μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό το τελευταίο λεπτό στο ριφ που παίζανε στα 4 λεπτά ποστροκίλας. Μόλις τελειώσε το τραγούδι και ανατρίχιασα. Ποτέ δεν θα καταφέρω να βρω τις κατάλληλες λέξεις να περιγράψω τα συναισθήματα που μου δημιουργεί παρότι είναι τόσο έντονα.

Τρίτο μέρος, Ely’s Heartbeat + Last Scene: Το Ely’s Heartbeat έχει τόσο χαρακτηριστικό Monoήχο που είναι περιττό να το περιγράψω. Αυτός ο ήχος κιθάρας που βρίσκεται στο περιθώριο όταν ξεκινάει το τραγούδι, πίσω από τα ντραμς, θα έπρεπε να λέγεται Taka/Mono. Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το Last Scene που κλείνει τον -σύντομο- δίσκο. Ξέρεις μετά το τέλος του ομώνυμου κομματιού ότι δεν περιμένεις (και δεν μπορείς να περιμένεις) άλλη κορύφωση στο άλμπουμ. Τα σχεδόν 18 λεπτά του Requiem είναι αυτό που περίμενες από τους Γιαπωνέζουν ποστροκάδες, τώρα πρέπει να το κλείνουν σιγά σιγά και το τελειώνουν πολύ όμορφα είναι η αλήθεια.
Επειδή το Requiem απλά γαμεί αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπόλοιπος δίσκος είναι αμελητέος ή απλά συνοδευτικός στο τραγούδι αυτό. Αντίθετα, και θα το διακινδυνεύσω αν και είναι νωρίς, ίσως είναι ένας από του καλύτερους σίδκους όχι μόνο των Mono αλλά και του ποστ ροκ. Άλλωστε με την εμπορευματοποίηση του ήχου των Mogwai και την δεύτερη περίοδο των GYBE! Οι Mono είναι από τα πιο φορμαρισμένα ποστ ροκ συγκροτήματα αυτή την εποχή, παρέα με τους 65daysofstatic και τους Explosions in the sky.

Για κατακλείδα ας προσευχηθούμε όλοι στον Άγιο προστάτη των απανταχού ποστροκάδων και τσιπουρολάτρων να τους ξαναδούμε στην Αθήνα σύντομα γιατί μία φορά φέτος δεν είναι αρκετή.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

1978

{Εν τω μεταξύ έχω βάλει στο ριπίτ το τραγούδι μπας και σκεφτώ κάτι φοβερό να γράψω}

Το 1978 είναι η επιτομή του ποστ-ροκ. Ίσως είναι η αρχή του ποστ-ροκ. Μάλλον και το τέλος του. Δεν είναι όμως ένα ποστ-ροκ τραγούδι όπως δεν είναι ποστ-ροκ οι Tortoise ή οι Fly Pan Am. Τίποτα δεν είναι κάτι μέχρι μία αισχρή πλειοψηφία που δεν αρκείται στο να ακούει, να βλέπει και να διαβάζει, αποφασίσει την ταμπέλα που προτιμάει.

Το 1978 είναι τζαζ.

Το 1978 είναι αβαν-γκαρ.

Το 1978 είναι σπέις-ροκ.

Το 1978 είναι το έτος γέννησης μου.

Ξεκινάει τόσο όμορφα με αυτό τον ρυθμό που δίνουν οι δύο ντράμερ και ο μπασίστας να είναι τόσο μονότονα εκπληκτικός. Κάθε δάσκαλος της τζαζ θα ήταν περήφανος.

Ύστερα μία κραυγή για να δώσει ώθηση στην αλλαγή της μουσικής κλίμακας και της διάθεσης των μουσικών. Δεν ξέρω τι στο διάολο σκέφτονται οι μουσικοί ή ποιοι επηρέασαν την μουσική τους αλλά αυτό εδώ ακριβώς το σημείο μου θυμίζει τον Τσαρλς Μίνγκους. Χαίρομαι μόνος μου γιατί αγαπώ την μουσική του και μπορεί εν τέλει να έχω δίκιο. Συνήθιζε ο εκκεντρικός (;) τζαζίστας να εμψυχώνει τους μουσικούς του (όταν δεν τους απειλούσε με μαχαίρι) ακόμα και κατά τις ηχογραφήσεις των δίσκων του.

Η μουσική αλλάζει εντελώς χωρίς να χάσει την συνοχή της. Η κραυγή μπορεί να είναι ή να μοιάζει με προτροπή και συνδετικός κρίκος μαζί αλλά ακόμα και αν έλειπε (καλύτερα όχι) η συνέχεια, η σύνδεση, η ροή της μουσική ςείναι εκεί, μπορείς να την νιώσεις και να την πιάσεις με τα χέρια σου -ναι αυτός ο ρυθμός δεν χρειάζεται ακοή.

Για λίγο όμως. Για λίγο μπορούμε να νιώσουμε το ξέσπασμα των μουσικών που έγραψαν και εκτέλεσαν αυτό το έπος. Κάπου κάπου θες να ξεσπάσεις, να πηδήξεις στον αέρα με τα χέρια ψηλά ή να αρχίσεις να τρέχεις στο πεζοδρόμιο χωρίς να βιάζεσαι να φτ'ασεις πουθενά. Τι καλύτερο από έναν δαιμονισμένο ρυθμό (χαχα) που σε οδηγεί στην κορύφωση και μετά αμέσως επανέρχεται. Όχι δεν είσαι έτοιμος ακόμα.

Παρατηρήσατε ότι δεν υπάρχουν πουθενά χάλκινα; Ένας σκέτος γαμάτος τζαζ ρυθμός από δύο ντράμερ που ΔΕΝ παίζουν τα ίδια ακριβώς και ένα μπασίστα που ξεκινάει και σταματάει να παίζει συνέχεια.

Προσωπικά θα περίμενα άλλο ένα τελικό ξέσπασμα/ανέβασμα των τόνων/κορύφωση για να τελειώσει το κομμάτι πανηγυρικά. Αλλά είπαμε: Ούτε ποστ-ροκ ούτε τζαζ.

Στα μισά σταματάνε οι ομοιότητες με οποιοδήποτε είδος και ειδικά με την τζαζ του Μίνγκους. Οι κιθαρίστες αποφασίζουν να μην παίξουν κιθάρα και ξεσπούν θεατρικά στα πετάλια τους δημιουργώντας μία μικρή αναστάτωση. Οι τσιρίδες των χορδών που πάλλονται όλες μαζί χαλάνε την διάθεση που έχει δημιουργήσει η μελωδία της μοναδικής κιθάρας χωρίς εφέ που ακολουθούσε πιστά τον ρυθμό σε όλο το τραγούδι. Οι τσιρίδες σταματάνε ξαφνικά και ο ρυθμός, η κιθάρα επανέρχονται απτόητοι.

Το τραγούδι τελειώνει όπως άρχισε -τύμπανα και κιθάρα επαναλαμβάνουν τον κορμό του κομματιού- για να μας αποδείξει ότι δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν υπάρχουν -μερικές φορές- ούτε λόγια για να περιγράψουν ένα απλό τραγουδάκι από αυτά που έχουν περάσει και θα περνάνε απαρατήρητα από μουσικούς, μουσικοκριτικούς και μουσικόφιλους.

Αλίμονο. Όπως τραγούδησε κάποτε και ο Μάλαμας Όσα κοστίζουν μια δραχμή / γι'άλλους κοστίζουν μια ζωή.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Χοπλάντικ: Ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων

(Αγαπητό μου ημερολόγιο.
Έχουν περάσει τώρα 4 μέρες μερικές μέρες που πήγα στην πλατεία νερού και άκουσα το αγαπημένο μου συγκρότημα. Περίμενα 16 χρόνια για αυτή την συναυλία και καθώς φεύγαμε από τον χώρο όλοι γύρω μου μιλούσαν πολύ και σχεδόν παραληρούσαν. Εγώ αμίλητος κοιτούσα το έδαφος σαν αλλος ένας shoegazer. Βλέποντας με έτσι κάποια με ρώτησε αν μου άρεσε η συναυλία και εγώ το μόνο που βρήκα να απαντήσω ήταν : ναι, πολύ. Θα μπορούσε να είναι και ειρωνικό.
Δεν περιμένω να με καταλάβεις αγαπητό μου ημερολόγιο. Μέρες πριν εκείνη την δευτέρα είχα παίξει την συναυλία στο μυαλό μου και την είχα ακούσει ξανά και ξανά στα αυτιά μου. Και μου άρεσε πολύ. Όμως δεν το περίμενα αυτό. Όταν ξεκίνησε το Staralfur έκλεισα τα μάτια και ένας δάκρυνος κόμπος έφραξε τον λαιμό μου. Ναι ήθελα να κλάψω έκλαψα από χαρά στο άκουσμα της πρώτης νότας του δεύτερου τραγουδιού. Ξέρεις ημερολογιάκι μου ότι κλαίω εύκολα και ένα καλό τραγούδι είναι μια εξαίρετη αφορμή για την ανακούφιση των δακρύων. Έτσι ξεκίνησε η όμορφη βραδιά. Με μια αφορμή για δάκρυα χαράς. Ύστερα άρχισε να βρέχει και να σταματάει, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και κόκκινος, και τα δάκρυα μου ανακατεύτηκαν με τις χοντρές σταγόνες της βροχής… αλλά δεν έγινε έτσι. Φόρεσα την κουκούλα μου, έγειρα το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Πέρασε μέσα από τα αυτιά μου το Saroglur, το Glosoli (Θεέ μου σταματά να μας βρέχεις και κάτσε να ακούσεις αυτή την θεία μουσική) και διάφορα ανώνυμα τραγούδια που κάποτε αποκτήσαν όνομα και πολύ με λύπησαν γιατί εκείνη η μελωδία, ετούτος εδώ ο θόρυβος δεν έχουν όνομα -δεν πρέπει να ονομάζονται- όπως δεν έχουν στίχους πάρα μόνο μουσική, νότες -όχι όχι νότες, άλλο ήθελα να πω αλλά πώς, οι τρεις τους εκεί πάνω παίζουν και εγώ με κλειστά τα μάτια ακούω και νιώθω, μόνο ακούω και νιώθω, σταματά να βρέχεις, σταματά αέρα, σταματά κοσμε να ακούσεις και να νιώσεις. Το πλήθος βγάζει ένα επιφώνημα θαυμασμού ενώ οι σκέψεις μου δονούνται από βαρυτικά κύματα τα οποία εκπέμπουν τρία σούπερνόβα από την σκηνή. Σηκώνω το κεφάλι και σκουντάω τον JBuddha. Τι έγινε; Ένας κεραυνός πάνω από την σκηνή. Ασήμαντο καθώς η μουσική συνεχίζει. Μόνο για φωτογραφία. Ενώ προσπαθώ να βρω τα λόγια των ανώνυμων τραγουδιών και δεν τα καταφέρνω καλά ανακαλύπτω ότι τα χοπλάντικ είναι αυτό που δύο δεκαετίες τώρα κάνουμε στις ποστ ροκ συναυλίες· επινοούμε μια νέα - δικιά του ο καθένας - γλώσσα για να συντροφέψουμε τις αγαπημένες μας μελωδίες και θορύβους με λόγια. Το απλό άθροισμα των φωνών μας είναι αυτό που κάποιοι τόλμησαν να ξεστομίσουν ως αστείο ή ως προσβολή : ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων.
Και φτάνουμε σιγά σιγά στο τέλος. Ποιο να παίξουν τελευταίο για να μας γαμήσουν τελείως ακόμα και αν ξέρουμε ήδη μέσες άκρες ακριβώς την σειρά των τραγουδιών; Πως βρέθηκα στην κατάσταση που περιέγραψα στην αρχή, να μην μπορώ να γνωρίσω καν ότι ήταν ένα από αυτά τα όνειρα που γίνονται πραγματικότητα δεκαέξι χρόνια μετά; Sven-g-englar, Olsen Olsen, Hoppipolla; Έχει σημασία; Ίσως. Υπάρχουν μερικά τραγούδια για κάθε συγκρότημα που πρέπει να ακούω σε κάθε λάιβ, όπως π. χ. το Fear Satan. Ανώνυμο τραγούδι Νο 8 λοιπόν το επονομαζόμενο και Pop song (Popladig). Είπαμε τα ανώνυμα έπρεπε να παραμείνουν έτσι. Για εμένα το #8 είναι η παρένθεση που κλείνει και όχι το ποπ τραγούδι, για κάποιον άλλο που το ακούει σημαίνει κάτι διαφορετικό, ανάμεσα σε αυτές τις παρενθέσεις του ολόλευκου δίσκου, άδειου από ερμηνείες και ταμπέλες από λόγια παραπλανητικά, τόσο γεμάτου από μουσική και συναίσθημα, ο καθένας βάζει ότι νιώθει.
Κλείνω λοιπόν μια παρένθεση που άνοιξε πριν από δεκαέξι χρόνια όταν μάτωνα τα αυτιά μου και το στόμα μου εκλιπαρώντας όποιον έβρισκα να ακούσει επιτέλους αυτό το δεν-ξέρω-πως-να-το-προφέρω-ακόμα Agaetis Byrjun.)

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Viva POST ROCK! (Maybeshewill @ Athens, Greece, Thu 25/2/2016)

Το ποστ ροκ είναι ρομαντισμός, αγάπη μόνο, αγκαλιές και φιλιά κάτω από την σκηνή. Είναι σμίξιμο με τους κολλητούς σου που ακούνε ακριβώς τα ίδια γιατί μια νύχτα που βρεθήκαμε επιτέλους όλοι μαζί μέσα στο ίδιο δυάρι στην πλατεία Πάργης (έτσι το θέλησε το σύμπαν) συντονιστήκαμε. Διδάξαμε ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη ξέραμε/είχαμε ακούσει και φτιάξαμε μια λίστα αρκούντως μεγάλη. Άλλος έδωσε πολύ άλλος λίγο εκείνη την βραδιά. Όμως το εκπληκτικό είναι ότι αυτό το αλισβερίσι, αυτό το σμίξιμο μουσικών όντων συνεχίζεται ακόμα καμιά 15αριά χρόνια μετά. Μόνο που αντί για χαρτί τώρα χρησιμοποιούμε τον παγκόσμιο ιστό και τις εφαρμογές του. 


Έτσι λοιπόν έμαθα τους Maybeshewill από τους πάντα ερευνούντες το ποστ φίλους και φυσικά δεν πείστηκα. Δεν πείστηκα καθότι λίγο ελιτιστής και έχω συνηθίσει από το ποστ ροκ να παίρνω μεγάλες συγκινήσεις. Και οι Maybeshewill δεν μου έδωσαν καμία συγκίνηση και καμία μεγάλη στιγμή να πω όχι ρε φίλε! Τι παίζουν! Τους θεωρούσα πάντα μία τίμια αλλά μέτρια ποστ ροκ μπάντα. Και με το σκεπτικό ότι πόσες ακόμα μπάντες θα δούμε που να παίζουν την αγαπημένη μας μουσική, πόσα χρόνια ακόμα θα ζει το αναθεματισμένο, κανονίσαμε να πάμε στην τελευταία τους συναυλία στην Ελλάδα αφού μετά από αυτή την περιοδεία διαλύονται. 

Ακούσαμε λίγο από το σετ των we.own.the.sky τους οποίους δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω εν τέλει (συγνώμη που τα λέω έτσι ωμά αλλά έχω πλέον μάθει να ξεχωρίζω τι με ενδιαφέρει και τι όχι ώστε να ακούω όσο το δυνατόν περισσότερη και ενδιαφέρουσα μουσική). Αν θέλεις να παίξεις μέταλ αλλά ξεσηκώνεις από το ποστ δύο πράγματα (ορχηστρική και μακροσκελής μουσική;) και παίζεις σαπόρτ σε κανά βαρύ ποστ ροκ συγκρότημα, ε μην θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Εγώ έχω έρθει να ακούσω ντιλέι τέρμα και να κουνηθώ με τον χαρακτηριστικό τρόπο των ποστροκάδων (ε να το είπα!) 


Οι maybeshewill μπήκαν μετά στην σκηνή χωρίς πολλά πολλά, χωρίς χαιρετούρες και απίθανες εισαγωγές και μας βάλανε στην θέση μας. Όταν λοιπόν λέω ότι ο άλλος είναι τίμιος εννοώ να υποστηρίζει ότι έχει δημιουργήσει, εννοώ ότι μπορεί να πάρει το μέτριο προς καλό υλικό των δίσκων του και με το πάθος της συναυλίας, το σπρώξιμο από ένα καλό κοινό να το κάνει κάτι μοναδικό. Και έτσι έγινε. Οι maybeshewill άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο της μουσικής on a high, όχι με ταρατατζούμ και κλάψες για το τι χάσαμε αλλά με το προσόν της μπάντας που στα λάιβ της ξέρει να παίζει, ξέρει να παθιάζεται με την μουσική της, ξέρει να κερδίζει το κοινό της ξανά (γιατί το κοινό μιας μπάντας είναι συνήθως κερδισμένο από πριν), ξέρει να κερδίζει και τους πιο δύσπιστους τέλος σαν και μένα. 

Θυμάστε (όχι) σας έγραφα κάποια άλλη φορά για τους Caspian και τον τελευταίο τους δίσκο και πως με τράβηξαν ξανά να τους ακούσω μια δεύτερη φορά. Λυπάμαι λοιπόν γιατί την προηγούμενη Πέμπτη είδαμε μία μπάντα που άξιζε να την ξαναδούμε λάιβ, σε αντίθεση με κάτι άλλα μεγάλα ονόματα που έχουμε κατά καιρούς χρυσοπληρώσει για να έρθουν και να μας κοροιδέψουν. Δεν θα την βάλω σε καμία λίστα καλύτερων συναυλιών έβερ ή οτιδήποτε άλλο, ούτε θα την μνημονεύω συνεχώς για χρόνια αναστενάζοντας για τις παλιές αγάπες που πάνε στον παράδεισο. Αλλά ξέρετε κάτι; Το διασκέδασα πάρα πολύ! Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα κάποιες στιγμές να με καθοδηγήσουν αυτοί με την μουσική τους πως θα κουνηθώ και πως θα σκεφτώ, συγκινήθηκα. Και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να χορεύει με τον παραδοσιακό τρόπο των ποστροκάδων και κοίταξα με νόημα τον κολλητό μου δίπλα που έκανε ακριβώς το ίδιο. Ύστερα από την συναυλία, με μια μπύρα στο χέρι σε ένα ψηλό τραπέζι στους Θεσσαλούς, μας έπιασε κάτι που μας έπιανε παλιά και στα Γιάννενα (κυρίως) αλλά και στην Αθήνα: Συζητήσαμε με πάθος για το ποστ ροκ!  



Αντίο λοιπόν James Collins, Matthew Daly, John Helps, Robin Southby και Jamie Ward, αντίο maybeshewill, αντίο Λέστερ -ελπίζω να πάρετε φέτος την Πρέμιερ, ζήτω το ΠΟΣΤ ΡΟΚ!


 Photos  © Mariza Kapsabeli 2016

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η πρώτη μου ανάμνηση

Το παρακάτω είναι το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι - και δεν θα ξεχάσω- από την μακρά σχέση μου με τους Sigur Rós. Δεν πιστεύω ότι είναι το καλύτερο τους πια αλλά μέσα από μια παράλογη εξίσωση, μουσικής, χρονικής στιγμής και συναισθημάτων για μένα είναι είναι ένα από τους ομορφότερους συνδυασμούς ήχων που έχω ποτέ συναντήσει.
Είναι μια από αυτές τις αναμνήσεις που αποκαλούμε πρώτες. Ποιά είναι η πρώτη σου ανάμνηση ως παιδί;,  ρωτάνε συνήθως. Εμείς εδώ στον Άγιο που σε όλα τα υπόλοιπα είμαστε 30 σαμθινκ, για την μουσική γινόμαστε παιδιά που ακούνε ένα χιλιοπαιγμένο τραγούδι σαν να είναι ο πρώτος αγαπημένος ήχος που έβαλε σε αρμονική ταλάντωση τα δύο τους τύμπανα. Και έτσι ακούω τώρα στο λεωφορείο το Σβεν-Τζι-Ενκλαρ (ακόμα να μάθω πως προφέρεται μα τι σημασία έχει το όνομα του ήχου;) και νομίζω - λανθασμένα - ότι είναι η πρώτη μου ανάμνηση (τελεία).

Requiem for Mono of Japan

Οι Μόνο είναι χαρακτηριστικοί γιαπωνέζοι. Πρώτα ενθουσιάζονται με κάτι εξωτικό -για αυτούς- κυρίως από τον δυτικό πολιτισμό. Στην περίπτωση τους το ποστ ροκ των Μogwai. Στην αρχή το αντιγράφουν χωρίς αλλαγές ώστε να γίνουν κάτοχοι του πραγματικοί. Αν δεν κατέχεις κάτι ολοκληρωτικά δεν μπορείς ούτε να το αναπτύξεις ούτε να το καταστρέψεις. Μετά σιγά σιγά το αλλάζουν προσαρμόζοντας το στα μέτρα τους, στην φιλοσοφία τους, στην κάβλα τους. Και τέλος, ακούγοντας τους 20 χρόνια μετά στην ΑΘήνα με το Recoil, Ignite αναρωτιέσαι φωναχτά “Πόσο γαμάτε;!”

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να σκεφτώ μια πιο ρομαντική ιστορία στο ποστ ροκ από αυτή των Mono. Πριν το Hymn to the Immortal… δεν τους ήξερε κανείς ή μάλλον τους ξέρανε κάτι ποστροκάδες που αγαπούσαν να ακούν μογκουαικά ριφ παντού. Το Ηymn είναι μαγικό, αέρινο, κελαρυστό είναι εύθραυστο είναι η στιγμή που η μπάντα περίμενε σε όλη της την μουσική ζωή. Είναι το σημείο μηδέν, οι Μονo έχουν χαρακτηριστικό ήχο που δεν παραπέμπει σε κανέναν άμεσα. Από αυτό το σημείο υπάρχουν δύο δρόμοι: Να παραμείνουν οι Μόνο του Hymn ή να μας σκίσουν τα αυτιά και τις ποστροκ ψυχές με κάτι άλλο, κάτι αντιηρωικό.

Γι’ αυτό αγαπάμε τους Μόνο. Γιατί ο δύσβατος δρόμος της μουσικής δημιουργίας περνάει μέσα από αποτυχίες, πεσίματα, καταστροφές μέχρι να (-αν) φτάσει στην δεύτερη μαγική στιγμή που απογειώνει μπάντες, ακροατές, κριτικούς, τους πάντες. Και οι Μόνο μετά την αργή προσαρμογή στην ταμπέλα του Ηymn (πρέπει να το απολαύσεις) και την μικρή αποτυχία του Holy Ground και του For my parents αλλάζουν πάλι το χρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο κουνιόμαστε εμείς οι ποστροκάδες με το Rays of Darkness. H σκοτεινιά του έχει μια δύναμη που σε παρασέρνει μαζί του στον Άδη να παρακαλέσεις μαζί με τον Ορφέα για την επιστροφή της Μούσα σου, ενώ ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω. 

Το Requiem from Hell παραπέμπει πάλι σε αυτή την σκοτεινή δύναμη αλλά δεν ήταν γραφτό του να επαναλάβει τα ίδια συναισθήματα με τον προκάτοχο του. Όταν ακούς ότι παραγωγός θα είναι ο Albini, εκτός από την γελοία σκέψη ότι όλοι είχαν τον Αμπίνι παραγωγό, ξέρεις βασικά ότι ο ήχος θα είναι σκληρός, άκαμπτος, ότι οι κιθάρες θα τα δώσουν όλα. Όποιος πέρασε από τα χέρια του, είτε το ήθελε είτε όχι, έκλεισε το μάτι του στο indie και το hardcore και οι Mono δεν είναι εξαίρεση.
Αν και όλος ο δίσκος είναι ένα σχεδόν ενιαίο έργο, μπορώ να τον χωρίσω σε τρία μέρη:

Πρώτο μέρος, Death in Rebirth + Stellar: Επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ο Τάκα ο οποίος έχει γράψει τον δίσκο μόνος του, έγραψε τραγούδια που επιβαλόταν να παράξει ο Αλμπίνι! Οι κιθάρες εδώ δεν αστειεύονται ούτε κλαψουρίζουν. Μπαίνουν σε πρώτο πλάνο από το ξεκίνημα (βέβαια αν δεν υπήρχαν οι ντράμερ θα σου έλεγα τι ποστ θα ακούγαμε τώρα) και ξέρεις ότι θα κρατήσουν την πρωτιά και θα ξεσπάσουν τόσο έντονα όσο ένα τσουνάμι στο Σινικό Τείχος! Και το κάνουν ακριβώς στο μέσο του κομματιού (ξεσπάνε) χωρίς όμως να έχεις την εντύπωση ότι τελειώσε κιόλας η αναμονή. Είναι αυτό το αίσθημα που οι κορυφαίοι μουσικοί του ποστ έχουν εφεύρει, που το κομμάτι αναπτύσεται σε πολλά επίπεδα και πολλά ξεσπάσματα τα οποία όμως δεν σε τελειώνουν αλλά συνεχίζουν την αναμονή. Θυμάμαι δύο περιστατικά: Με τον JB να περιμένουμε όλο αγωνία να κορυφωθεί το Storm και να λέμε κάθε λίγο “δεν φτάνει ρε φίλε!”. Και σε έναν γάμο όπου περιμένουμε το ζευγάρι να μπει με το Moya αλλά η τελική κορύφωση αργεί βασανιστικά και πέφτει εκεί που δεν την περιμένεις (ή έχεις κουραστεί να περιμένεις.) Έτσι εδώ ένα χαρακτηρικότερο κομμάτι αυτής της τεχνικής δημιουργίας αναμονής και κορύφωσης, το Death in Rebirth τα σπάει Αλμπινικά και ποστροκικά μέχρι να κορυφωθεί και να πέσει στο ξεκίνημα του χαμηλων τόνων Stellar, που είναι μεν ένα όμορφο ιντερλούδιο με έγχορδα και καμπανάκια, πιανάκια αλλά είναι ένα ενδιάμεσο κομμάτι μέχρι να ξεκινήσει το δεύτερο (και καλύτερο;) μέρος.

Δεύτερο μέρος, Requiem from Hell: Παλιά θυμάμαι μου άρεσαν (ακόμα δηλαδή μου αρέσουν) τα πολύ μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια ποστ ροκ. Ήμουν τόσο βλαμμένος με την διάρκεια που όταν αγόραζα ένα νέο σι ντι το πρώτο που κοίταζα ήταν τα λεπτά δίπλα στα τραγούδια για να διαλέξω το αγαπημένο μου. Όπως καταλαβαίνετε (αν εξαιρέσουμε τους GYBE!) το My father my king ήταν για πολλά χρόνια το αγαπημένο μου σι ντι. Όχι μόνο έγραφε την διάρκεια κάτω  από τον τίτλο αλλά ήταν 20:12!

Με χαρά θυμήθηκα αυτή μου την μανία μόλις ανακάλυψα ότι το Requiem from Hell διαρκεί 17’ 48’’! Δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν τα σύντομα ή κανονικά τραγούδια (όπως το So long, lonesome ή το San Pedro) αλλά πάντα πίστευα ότι στο ποστ ροκ για να ξεδιπλωθεί η μουσική και να κάνει όλα όσα θέλει η μπάντα πρέπει να πάει πιο μακριά. Στην περίπτωση των Mono και του Requiem τα πάντα πάνε κατ’ ευχή. Ξεκινάνε άτσαλα με τις κιθάρες, δίνοντας όμως μία ιδέα για το τι θα ακολουθλησει και το τέμπο μπάινει στα 5’ (!). Από εκείνο το σημείο και μετά μπορείς να απολαύσεις το ποστ ροκ στην πιο αγνή και όμορφη του μορφή, κιθάρες - τέμπο - ντραμς όλα χορεύουν σφιχταγκαλιασμένα παράγοντας μουσική που -πιστέψτε με- μπορείτε και να σιγοτραγουδήσετε στην δουλειά! 

Αυτό διαρκεί περίπου 4’.  Μετά ακολουθεί αυτό που ξεχωρίζει το ποστ ροκ από το ορχηστρικό indie. Για τρία λεπτά η κιθάρα του Τάκα κάνει 35χρονα αγοράκια/κοριτσάκια να ξεχνάνε ότι είναι ετερο- ή ομοφυλόφυλοι και να κουνιουνται ερωτικά όλοι μαζί με τον χαρακτηριστικό τρόπο. Και τέλος μακελειό! Όγκος, κιθάρες, μπάσο ντραμς σπάνε τα όρια της μουσικής για να επανέλθουν μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό το τελευταίο λεπτό στο ριφ που παίζανε στα 4 λεπτά ποστροκίλας. Μόλις τελειώσε το τραγούδι και ανατρίχιασα. Ποτέ δεν θα καταφέρω να βρω τις κατάλληλες λέξεις να περιγράψω τα συναισθήματα που μου δημιουργεί παρότι είναι τόσο έντονα.

Τρίτο μέρος, Ely’s Heartbeat + Last Scene: Το Ely’s Heartbeat έχει τόσο χαρακτηριστικό Monoήχο που είναι περιττό να το περιγράψω. Αυτός ο ήχος κιθάρας που βρίσκεται στο περιθώριο όταν ξεκινάει το τραγούδι, πίσω από τα ντραμς, θα έπρεπε να λέγεται Taka/Mono. Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το Last Scene που κλείνει τον -σύντομο- δίσκο. Ξέρεις μετά το τέλος του ομώνυμου κομματιού ότι δεν περιμένεις (και δεν μπορείς να περιμένεις) άλλη κορύφωση στο άλμπουμ. Τα σχεδόν 18 λεπτά του Requiem είναι αυτό που περίμενες από τους Γιαπωνέζουν ποστροκάδες, τώρα πρέπει να το κλείνουν σιγά σιγά και το τελειώνουν πολύ όμορφα είναι η αλήθεια.
Επειδή το Requiem απλά γαμεί αυτό δεν σημαίνει ότι ο υπόλοιπος δίσκος είναι αμελητέος ή απλά συνοδευτικός στο τραγούδι αυτό. Αντίθετα, και θα το διακινδυνεύσω αν και είναι νωρίς, ίσως είναι ένας από του καλύτερους σίδκους όχι μόνο των Mono αλλά και του ποστ ροκ. Άλλωστε με την εμπορευματοποίηση του ήχου των Mogwai και την δεύτερη περίοδο των GYBE! Οι Mono είναι από τα πιο φορμαρισμένα ποστ ροκ συγκροτήματα αυτή την εποχή, παρέα με τους 65daysofstatic και τους Explosions in the sky.

Για κατακλείδα ας προσευχηθούμε όλοι στον Άγιο προστάτη των απανταχού ποστροκάδων και τσιπουρολάτρων να τους ξαναδούμε στην Αθήνα σύντομα γιατί μία φορά φέτος δεν είναι αρκετή.

1978

{Εν τω μεταξύ έχω βάλει στο ριπίτ το τραγούδι μπας και σκεφτώ κάτι φοβερό να γράψω}

Το 1978 είναι η επιτομή του ποστ-ροκ. Ίσως είναι η αρχή του ποστ-ροκ. Μάλλον και το τέλος του. Δεν είναι όμως ένα ποστ-ροκ τραγούδι όπως δεν είναι ποστ-ροκ οι Tortoise ή οι Fly Pan Am. Τίποτα δεν είναι κάτι μέχρι μία αισχρή πλειοψηφία που δεν αρκείται στο να ακούει, να βλέπει και να διαβάζει, αποφασίσει την ταμπέλα που προτιμάει.

Το 1978 είναι τζαζ.

Το 1978 είναι αβαν-γκαρ.

Το 1978 είναι σπέις-ροκ.

Το 1978 είναι το έτος γέννησης μου.

Ξεκινάει τόσο όμορφα με αυτό τον ρυθμό που δίνουν οι δύο ντράμερ και ο μπασίστας να είναι τόσο μονότονα εκπληκτικός. Κάθε δάσκαλος της τζαζ θα ήταν περήφανος.

Ύστερα μία κραυγή για να δώσει ώθηση στην αλλαγή της μουσικής κλίμακας και της διάθεσης των μουσικών. Δεν ξέρω τι στο διάολο σκέφτονται οι μουσικοί ή ποιοι επηρέασαν την μουσική τους αλλά αυτό εδώ ακριβώς το σημείο μου θυμίζει τον Τσαρλς Μίνγκους. Χαίρομαι μόνος μου γιατί αγαπώ την μουσική του και μπορεί εν τέλει να έχω δίκιο. Συνήθιζε ο εκκεντρικός (;) τζαζίστας να εμψυχώνει τους μουσικούς του (όταν δεν τους απειλούσε με μαχαίρι) ακόμα και κατά τις ηχογραφήσεις των δίσκων του.

Η μουσική αλλάζει εντελώς χωρίς να χάσει την συνοχή της. Η κραυγή μπορεί να είναι ή να μοιάζει με προτροπή και συνδετικός κρίκος μαζί αλλά ακόμα και αν έλειπε (καλύτερα όχι) η συνέχεια, η σύνδεση, η ροή της μουσική ςείναι εκεί, μπορείς να την νιώσεις και να την πιάσεις με τα χέρια σου -ναι αυτός ο ρυθμός δεν χρειάζεται ακοή.

Για λίγο όμως. Για λίγο μπορούμε να νιώσουμε το ξέσπασμα των μουσικών που έγραψαν και εκτέλεσαν αυτό το έπος. Κάπου κάπου θες να ξεσπάσεις, να πηδήξεις στον αέρα με τα χέρια ψηλά ή να αρχίσεις να τρέχεις στο πεζοδρόμιο χωρίς να βιάζεσαι να φτ'ασεις πουθενά. Τι καλύτερο από έναν δαιμονισμένο ρυθμό (χαχα) που σε οδηγεί στην κορύφωση και μετά αμέσως επανέρχεται. Όχι δεν είσαι έτοιμος ακόμα.

Παρατηρήσατε ότι δεν υπάρχουν πουθενά χάλκινα; Ένας σκέτος γαμάτος τζαζ ρυθμός από δύο ντράμερ που ΔΕΝ παίζουν τα ίδια ακριβώς και ένα μπασίστα που ξεκινάει και σταματάει να παίζει συνέχεια.

Προσωπικά θα περίμενα άλλο ένα τελικό ξέσπασμα/ανέβασμα των τόνων/κορύφωση για να τελειώσει το κομμάτι πανηγυρικά. Αλλά είπαμε: Ούτε ποστ-ροκ ούτε τζαζ.

Στα μισά σταματάνε οι ομοιότητες με οποιοδήποτε είδος και ειδικά με την τζαζ του Μίνγκους. Οι κιθαρίστες αποφασίζουν να μην παίξουν κιθάρα και ξεσπούν θεατρικά στα πετάλια τους δημιουργώντας μία μικρή αναστάτωση. Οι τσιρίδες των χορδών που πάλλονται όλες μαζί χαλάνε την διάθεση που έχει δημιουργήσει η μελωδία της μοναδικής κιθάρας χωρίς εφέ που ακολουθούσε πιστά τον ρυθμό σε όλο το τραγούδι. Οι τσιρίδες σταματάνε ξαφνικά και ο ρυθμός, η κιθάρα επανέρχονται απτόητοι.

Το τραγούδι τελειώνει όπως άρχισε -τύμπανα και κιθάρα επαναλαμβάνουν τον κορμό του κομματιού- για να μας αποδείξει ότι δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν υπάρχουν -μερικές φορές- ούτε λόγια για να περιγράψουν ένα απλό τραγουδάκι από αυτά που έχουν περάσει και θα περνάνε απαρατήρητα από μουσικούς, μουσικοκριτικούς και μουσικόφιλους.

Αλίμονο. Όπως τραγούδησε κάποτε και ο Μάλαμας Όσα κοστίζουν μια δραχμή / γι'άλλους κοστίζουν μια ζωή.

Χοπλάντικ: Ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων

(Αγαπητό μου ημερολόγιο.
Έχουν περάσει τώρα 4 μέρες μερικές μέρες που πήγα στην πλατεία νερού και άκουσα το αγαπημένο μου συγκρότημα. Περίμενα 16 χρόνια για αυτή την συναυλία και καθώς φεύγαμε από τον χώρο όλοι γύρω μου μιλούσαν πολύ και σχεδόν παραληρούσαν. Εγώ αμίλητος κοιτούσα το έδαφος σαν αλλος ένας shoegazer. Βλέποντας με έτσι κάποια με ρώτησε αν μου άρεσε η συναυλία και εγώ το μόνο που βρήκα να απαντήσω ήταν : ναι, πολύ. Θα μπορούσε να είναι και ειρωνικό.
Δεν περιμένω να με καταλάβεις αγαπητό μου ημερολόγιο. Μέρες πριν εκείνη την δευτέρα είχα παίξει την συναυλία στο μυαλό μου και την είχα ακούσει ξανά και ξανά στα αυτιά μου. Και μου άρεσε πολύ. Όμως δεν το περίμενα αυτό. Όταν ξεκίνησε το Staralfur έκλεισα τα μάτια και ένας δάκρυνος κόμπος έφραξε τον λαιμό μου. Ναι ήθελα να κλάψω έκλαψα από χαρά στο άκουσμα της πρώτης νότας του δεύτερου τραγουδιού. Ξέρεις ημερολογιάκι μου ότι κλαίω εύκολα και ένα καλό τραγούδι είναι μια εξαίρετη αφορμή για την ανακούφιση των δακρύων. Έτσι ξεκίνησε η όμορφη βραδιά. Με μια αφορμή για δάκρυα χαράς. Ύστερα άρχισε να βρέχει και να σταματάει, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και κόκκινος, και τα δάκρυα μου ανακατεύτηκαν με τις χοντρές σταγόνες της βροχής… αλλά δεν έγινε έτσι. Φόρεσα την κουκούλα μου, έγειρα το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Πέρασε μέσα από τα αυτιά μου το Saroglur, το Glosoli (Θεέ μου σταματά να μας βρέχεις και κάτσε να ακούσεις αυτή την θεία μουσική) και διάφορα ανώνυμα τραγούδια που κάποτε αποκτήσαν όνομα και πολύ με λύπησαν γιατί εκείνη η μελωδία, ετούτος εδώ ο θόρυβος δεν έχουν όνομα -δεν πρέπει να ονομάζονται- όπως δεν έχουν στίχους πάρα μόνο μουσική, νότες -όχι όχι νότες, άλλο ήθελα να πω αλλά πώς, οι τρεις τους εκεί πάνω παίζουν και εγώ με κλειστά τα μάτια ακούω και νιώθω, μόνο ακούω και νιώθω, σταματά να βρέχεις, σταματά αέρα, σταματά κοσμε να ακούσεις και να νιώσεις. Το πλήθος βγάζει ένα επιφώνημα θαυμασμού ενώ οι σκέψεις μου δονούνται από βαρυτικά κύματα τα οποία εκπέμπουν τρία σούπερνόβα από την σκηνή. Σηκώνω το κεφάλι και σκουντάω τον JBuddha. Τι έγινε; Ένας κεραυνός πάνω από την σκηνή. Ασήμαντο καθώς η μουσική συνεχίζει. Μόνο για φωτογραφία. Ενώ προσπαθώ να βρω τα λόγια των ανώνυμων τραγουδιών και δεν τα καταφέρνω καλά ανακαλύπτω ότι τα χοπλάντικ είναι αυτό που δύο δεκαετίες τώρα κάνουμε στις ποστ ροκ συναυλίες· επινοούμε μια νέα - δικιά του ο καθένας - γλώσσα για να συντροφέψουμε τις αγαπημένες μας μελωδίες και θορύβους με λόγια. Το απλό άθροισμα των φωνών μας είναι αυτό που κάποιοι τόλμησαν να ξεστομίσουν ως αστείο ή ως προσβολή : ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων.
Και φτάνουμε σιγά σιγά στο τέλος. Ποιο να παίξουν τελευταίο για να μας γαμήσουν τελείως ακόμα και αν ξέρουμε ήδη μέσες άκρες ακριβώς την σειρά των τραγουδιών; Πως βρέθηκα στην κατάσταση που περιέγραψα στην αρχή, να μην μπορώ να γνωρίσω καν ότι ήταν ένα από αυτά τα όνειρα που γίνονται πραγματικότητα δεκαέξι χρόνια μετά; Sven-g-englar, Olsen Olsen, Hoppipolla; Έχει σημασία; Ίσως. Υπάρχουν μερικά τραγούδια για κάθε συγκρότημα που πρέπει να ακούω σε κάθε λάιβ, όπως π. χ. το Fear Satan. Ανώνυμο τραγούδι Νο 8 λοιπόν το επονομαζόμενο και Pop song (Popladig). Είπαμε τα ανώνυμα έπρεπε να παραμείνουν έτσι. Για εμένα το #8 είναι η παρένθεση που κλείνει και όχι το ποπ τραγούδι, για κάποιον άλλο που το ακούει σημαίνει κάτι διαφορετικό, ανάμεσα σε αυτές τις παρενθέσεις του ολόλευκου δίσκου, άδειου από ερμηνείες και ταμπέλες από λόγια παραπλανητικά, τόσο γεμάτου από μουσική και συναίσθημα, ο καθένας βάζει ότι νιώθει.
Κλείνω λοιπόν μια παρένθεση που άνοιξε πριν από δεκαέξι χρόνια όταν μάτωνα τα αυτιά μου και το στόμα μου εκλιπαρώντας όποιον έβρισκα να ακούσει επιτέλους αυτό το δεν-ξέρω-πως-να-το-προφέρω-ακόμα Agaetis Byrjun.)

Viva POST ROCK! (Maybeshewill @ Athens, Greece, Thu 25/2/2016)

Το ποστ ροκ είναι ρομαντισμός, αγάπη μόνο, αγκαλιές και φιλιά κάτω από την σκηνή. Είναι σμίξιμο με τους κολλητούς σου που ακούνε ακριβώς τα ίδια γιατί μια νύχτα που βρεθήκαμε επιτέλους όλοι μαζί μέσα στο ίδιο δυάρι στην πλατεία Πάργης (έτσι το θέλησε το σύμπαν) συντονιστήκαμε. Διδάξαμε ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη ξέραμε/είχαμε ακούσει και φτιάξαμε μια λίστα αρκούντως μεγάλη. Άλλος έδωσε πολύ άλλος λίγο εκείνη την βραδιά. Όμως το εκπληκτικό είναι ότι αυτό το αλισβερίσι, αυτό το σμίξιμο μουσικών όντων συνεχίζεται ακόμα καμιά 15αριά χρόνια μετά. Μόνο που αντί για χαρτί τώρα χρησιμοποιούμε τον παγκόσμιο ιστό και τις εφαρμογές του. 


Έτσι λοιπόν έμαθα τους Maybeshewill από τους πάντα ερευνούντες το ποστ φίλους και φυσικά δεν πείστηκα. Δεν πείστηκα καθότι λίγο ελιτιστής και έχω συνηθίσει από το ποστ ροκ να παίρνω μεγάλες συγκινήσεις. Και οι Maybeshewill δεν μου έδωσαν καμία συγκίνηση και καμία μεγάλη στιγμή να πω όχι ρε φίλε! Τι παίζουν! Τους θεωρούσα πάντα μία τίμια αλλά μέτρια ποστ ροκ μπάντα. Και με το σκεπτικό ότι πόσες ακόμα μπάντες θα δούμε που να παίζουν την αγαπημένη μας μουσική, πόσα χρόνια ακόμα θα ζει το αναθεματισμένο, κανονίσαμε να πάμε στην τελευταία τους συναυλία στην Ελλάδα αφού μετά από αυτή την περιοδεία διαλύονται. 

Ακούσαμε λίγο από το σετ των we.own.the.sky τους οποίους δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω εν τέλει (συγνώμη που τα λέω έτσι ωμά αλλά έχω πλέον μάθει να ξεχωρίζω τι με ενδιαφέρει και τι όχι ώστε να ακούω όσο το δυνατόν περισσότερη και ενδιαφέρουσα μουσική). Αν θέλεις να παίξεις μέταλ αλλά ξεσηκώνεις από το ποστ δύο πράγματα (ορχηστρική και μακροσκελής μουσική;) και παίζεις σαπόρτ σε κανά βαρύ ποστ ροκ συγκρότημα, ε μην θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Εγώ έχω έρθει να ακούσω ντιλέι τέρμα και να κουνηθώ με τον χαρακτηριστικό τρόπο των ποστροκάδων (ε να το είπα!) 


Οι maybeshewill μπήκαν μετά στην σκηνή χωρίς πολλά πολλά, χωρίς χαιρετούρες και απίθανες εισαγωγές και μας βάλανε στην θέση μας. Όταν λοιπόν λέω ότι ο άλλος είναι τίμιος εννοώ να υποστηρίζει ότι έχει δημιουργήσει, εννοώ ότι μπορεί να πάρει το μέτριο προς καλό υλικό των δίσκων του και με το πάθος της συναυλίας, το σπρώξιμο από ένα καλό κοινό να το κάνει κάτι μοναδικό. Και έτσι έγινε. Οι maybeshewill άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο της μουσικής on a high, όχι με ταρατατζούμ και κλάψες για το τι χάσαμε αλλά με το προσόν της μπάντας που στα λάιβ της ξέρει να παίζει, ξέρει να παθιάζεται με την μουσική της, ξέρει να κερδίζει το κοινό της ξανά (γιατί το κοινό μιας μπάντας είναι συνήθως κερδισμένο από πριν), ξέρει να κερδίζει και τους πιο δύσπιστους τέλος σαν και μένα. 

Θυμάστε (όχι) σας έγραφα κάποια άλλη φορά για τους Caspian και τον τελευταίο τους δίσκο και πως με τράβηξαν ξανά να τους ακούσω μια δεύτερη φορά. Λυπάμαι λοιπόν γιατί την προηγούμενη Πέμπτη είδαμε μία μπάντα που άξιζε να την ξαναδούμε λάιβ, σε αντίθεση με κάτι άλλα μεγάλα ονόματα που έχουμε κατά καιρούς χρυσοπληρώσει για να έρθουν και να μας κοροιδέψουν. Δεν θα την βάλω σε καμία λίστα καλύτερων συναυλιών έβερ ή οτιδήποτε άλλο, ούτε θα την μνημονεύω συνεχώς για χρόνια αναστενάζοντας για τις παλιές αγάπες που πάνε στον παράδεισο. Αλλά ξέρετε κάτι; Το διασκέδασα πάρα πολύ! Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα κάποιες στιγμές να με καθοδηγήσουν αυτοί με την μουσική τους πως θα κουνηθώ και πως θα σκεφτώ, συγκινήθηκα. Και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να χορεύει με τον παραδοσιακό τρόπο των ποστροκάδων και κοίταξα με νόημα τον κολλητό μου δίπλα που έκανε ακριβώς το ίδιο. Ύστερα από την συναυλία, με μια μπύρα στο χέρι σε ένα ψηλό τραπέζι στους Θεσσαλούς, μας έπιασε κάτι που μας έπιανε παλιά και στα Γιάννενα (κυρίως) αλλά και στην Αθήνα: Συζητήσαμε με πάθος για το ποστ ροκ!  



Αντίο λοιπόν James Collins, Matthew Daly, John Helps, Robin Southby και Jamie Ward, αντίο maybeshewill, αντίο Λέστερ -ελπίζω να πάρετε φέτος την Πρέμιερ, ζήτω το ΠΟΣΤ ΡΟΚ!


 Photos  © Mariza Kapsabeli 2016

Η πρώτη μου ανάμνηση

Το παρακάτω είναι το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι - και δεν θα ξεχάσω- από την μακρά σχέση μου με τους Sigur Rós. Δεν πιστεύω ότι είναι το καλύτερο τους πια αλλά μέσα από μια παράλογη εξίσωση, μουσικής, χρονικής στιγμής και συναισθημάτων για μένα είναι είναι ένα από τους ομορφότερους συνδυασμούς ήχων που έχω ποτέ συναντήσει.
Είναι μια από αυτές τις αναμνήσεις που αποκαλούμε πρώτες. Ποιά είναι η πρώτη σου ανάμνηση ως παιδί;,  ρωτάνε συνήθως. Εμείς εδώ στον Άγιο που σε όλα τα υπόλοιπα είμαστε 30 σαμθινκ, για την μουσική γινόμαστε παιδιά που ακούνε ένα χιλιοπαιγμένο τραγούδι σαν να είναι ο πρώτος αγαπημένος ήχος που έβαλε σε αρμονική ταλάντωση τα δύο τους τύμπανα. Και έτσι ακούω τώρα στο λεωφορείο το Σβεν-Τζι-Ενκλαρ (ακόμα να μάθω πως προφέρεται μα τι σημασία έχει το όνομα του ήχου;) και νομίζω - λανθασμένα - ότι είναι η πρώτη μου ανάμνηση (τελεία).