Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Φόρος Τιμής ΙΙ

Ποιος θυμάται την ΄Πύλη' απέναντι από την κεντρική πύλη του κάστρου των Ιωαννίνων; Ο άτριχος πίθηκος πάντως δεν θα την ξεχάσει ποτέ! Εκεί ο φίλος και συμφοιτητής μου -δόκτορας τώρα και μάλιστα με PhD από το Ινστιτούτο Max Planck, με έμαθε να στρίβω τσιγάρα με drum καπνό, μια συνήθεια που δεν έχω κόψει από τότε. Φυσικά στην Πύλη δεν πηγαίναμε για να μάθουμε κακές συνήθειες -αν και αυτές ήταν οι κύριες ασχολίες μας εκεί μέσα- αλλά γιατί για ένα μικρό χρονικό διάστημα έπαιζε και γαμώ τις μουσικές! Ναι, μετά (μπορεί και παράλληλα με) το Μαντζάτο, πριν τον Καλικάντζαρο και τη Στοά και φυσικά πολύ πριν το 13 και τα άλλα μαγαζιά του ίδιου δρόμου. Η θέση του καταρχάς ήταν ιδανική. Κοντά στη λίμνη και τα άφτερ σκυλάδικα όπου καταλήγαμε, απέναντι ακριβώς από το κάστρο (και τον φούρνο που βρίσκεται μέσα!), δίπλα στον έναν από τους καλύτερους φούρνους της πόλης και φυσικά δυο βήματα από την ξακουστή Μάσα. 
Η πύλη του κάστρου. Απέναντι από την άλλη 'Πύλη'.
Ο φόρος τιμής αυτή τη φορά είναι διπλός. Δεν θυμάμαι πολλές βραδιές από την Πύλη και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι εκείνη την εποχή έπινα πολύ. Όμως θυμάμαι μια βραδιά και ένα συγκεκριμένο τραγούδι που άκουσα εκείνη τη νύχτα και κυριολεκτικά εκστασιάστηκα. Γιατί η μουσική που ακούω συνήθως δεν παίζεται στα μπαρς και στα κλαμπς και κάθομαι απογοητευμένος στο μπαρ πίνοντας και καπνίζοντας μέχρι να μου αρέσουν ακόμα και οι coldplay. Εκείνη την ξάστερη, κρύα, γιαννιώτικη νύχτα όλα ήταν διαφορετικά. Ο μισητός σας άτριχος πίθηκος (εγώ δηλαδή!) με μακριά μαλλιά, όπως κάθε φοιτητής φυσικής που σεβόταν τον εαυτό του, μούσια, σκισμένα τζιν και ξεβαμμένη μπλούζα τα έπινε με διαλεκτή παρέα στην εν λόγω Πύλη. Ο DJ τα έσπαγε στα decks (!) και ο υποφαινόμενος ένιωθε το κορμί του να αποκτά μια κάποια ελευθερία κινήσεων και να αμφισβητεί το αφεντικό του που είναι το μυαλό. Ώσπου ήρθε η στιγμή της πλήρωσης, εκείνη η στιγμή της επανάστασης όπου ο εργάτης που τρέχει να καταλάβει το κοινοβούλιο ξέρει γιατί το κάνει και τι θέλει να κάνει μετά (για όσους δεν είναι κομμουνιστές και δεν μπορούν να το νιώσουν, φανταστείτε κάτι άλλο: τον εαυτό σας να τρέχει προς τη δουλειά σας γνωρίζοντας τι ακριβώς θα κάνετε στο αφεντικό σας και γιατί!). Ήταν οι πρώτες νότες του Dirty Boots των Sonic Youth, που όσο και να το ακούσω σπίτι μου ή στο Mp3 μου στο δρόμο, δεν πρόκειται να το απολαύσω τόσο όσο εκείνη την βραδιά που όλη η Πύλη δονείτο με τις κιθάρες των Moore και Ranaldo και το μπάσο της Kim (αχ!). Μπορεί να έγινα και λίγο ρεζίλι έτσι όπως χτυπιόμουν και κόντευα να βγάλω αφρούς από το στόμα αλλά ήταν πολύ ωραία. Το θυμάμαι ακόμα, έτσι; Κάτι λέει κι αυτό. Άντε γεια τώρα. Θα το ακούσω πάλι σπίτι. Ας είναι.

Φόρος Τιμής ΙΙ

Ποιος θυμάται την ΄Πύλη' απέναντι από την κεντρική πύλη του κάστρου των Ιωαννίνων; Ο άτριχος πίθηκος πάντως δεν θα την ξεχάσει ποτέ! Εκεί ο φίλος και συμφοιτητής μου -δόκτορας τώρα και μάλιστα με PhD από το Ινστιτούτο Max Planck, με έμαθε να στρίβω τσιγάρα με drum καπνό, μια συνήθεια που δεν έχω κόψει από τότε. Φυσικά στην Πύλη δεν πηγαίναμε για να μάθουμε κακές συνήθειες -αν και αυτές ήταν οι κύριες ασχολίες μας εκεί μέσα- αλλά γιατί για ένα μικρό χρονικό διάστημα έπαιζε και γαμώ τις μουσικές! Ναι, μετά (μπορεί και παράλληλα με) το Μαντζάτο, πριν τον Καλικάντζαρο και τη Στοά και φυσικά πολύ πριν το 13 και τα άλλα μαγαζιά του ίδιου δρόμου. Η θέση του καταρχάς ήταν ιδανική. Κοντά στη λίμνη και τα άφτερ σκυλάδικα όπου καταλήγαμε, απέναντι ακριβώς από το κάστρο (και τον φούρνο που βρίσκεται μέσα!), δίπλα στον έναν από τους καλύτερους φούρνους της πόλης και φυσικά δυο βήματα από την ξακουστή Μάσα. 
Η πύλη του κάστρου. Απέναντι από την άλλη 'Πύλη'.
Ο φόρος τιμής αυτή τη φορά είναι διπλός. Δεν θυμάμαι πολλές βραδιές από την Πύλη και αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι εκείνη την εποχή έπινα πολύ. Όμως θυμάμαι μια βραδιά και ένα συγκεκριμένο τραγούδι που άκουσα εκείνη τη νύχτα και κυριολεκτικά εκστασιάστηκα. Γιατί η μουσική που ακούω συνήθως δεν παίζεται στα μπαρς και στα κλαμπς και κάθομαι απογοητευμένος στο μπαρ πίνοντας και καπνίζοντας μέχρι να μου αρέσουν ακόμα και οι coldplay. Εκείνη την ξάστερη, κρύα, γιαννιώτικη νύχτα όλα ήταν διαφορετικά. Ο μισητός σας άτριχος πίθηκος (εγώ δηλαδή!) με μακριά μαλλιά, όπως κάθε φοιτητής φυσικής που σεβόταν τον εαυτό του, μούσια, σκισμένα τζιν και ξεβαμμένη μπλούζα τα έπινε με διαλεκτή παρέα στην εν λόγω Πύλη. Ο DJ τα έσπαγε στα decks (!) και ο υποφαινόμενος ένιωθε το κορμί του να αποκτά μια κάποια ελευθερία κινήσεων και να αμφισβητεί το αφεντικό του που είναι το μυαλό. Ώσπου ήρθε η στιγμή της πλήρωσης, εκείνη η στιγμή της επανάστασης όπου ο εργάτης που τρέχει να καταλάβει το κοινοβούλιο ξέρει γιατί το κάνει και τι θέλει να κάνει μετά (για όσους δεν είναι κομμουνιστές και δεν μπορούν να το νιώσουν, φανταστείτε κάτι άλλο: τον εαυτό σας να τρέχει προς τη δουλειά σας γνωρίζοντας τι ακριβώς θα κάνετε στο αφεντικό σας και γιατί!). Ήταν οι πρώτες νότες του Dirty Boots των Sonic Youth, που όσο και να το ακούσω σπίτι μου ή στο Mp3 μου στο δρόμο, δεν πρόκειται να το απολαύσω τόσο όσο εκείνη την βραδιά που όλη η Πύλη δονείτο με τις κιθάρες των Moore και Ranaldo και το μπάσο της Kim (αχ!). Μπορεί να έγινα και λίγο ρεζίλι έτσι όπως χτυπιόμουν και κόντευα να βγάλω αφρούς από το στόμα αλλά ήταν πολύ ωραία. Το θυμάμαι ακόμα, έτσι; Κάτι λέει κι αυτό. Άντε γεια τώρα. Θα το ακούσω πάλι σπίτι. Ας είναι.