Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

1978

{Εν τω μεταξύ έχω βάλει στο ριπίτ το τραγούδι μπας και σκεφτώ κάτι φοβερό να γράψω}

Το 1978 είναι η επιτομή του ποστ-ροκ. Ίσως είναι η αρχή του ποστ-ροκ. Μάλλον και το τέλος του. Δεν είναι όμως ένα ποστ-ροκ τραγούδι όπως δεν είναι ποστ-ροκ οι Tortoise ή οι Fly Pan Am. Τίποτα δεν είναι κάτι μέχρι μία αισχρή πλειοψηφία που δεν αρκείται στο να ακούει, να βλέπει και να διαβάζει, αποφασίσει την ταμπέλα που προτιμάει.

Το 1978 είναι τζαζ.

Το 1978 είναι αβαν-γκαρ.

Το 1978 είναι σπέις-ροκ.

Το 1978 είναι το έτος γέννησης μου.

Ξεκινάει τόσο όμορφα με αυτό τον ρυθμό που δίνουν οι δύο ντράμερ και ο μπασίστας να είναι τόσο μονότονα εκπληκτικός. Κάθε δάσκαλος της τζαζ θα ήταν περήφανος.

Ύστερα μία κραυγή για να δώσει ώθηση στην αλλαγή της μουσικής κλίμακας και της διάθεσης των μουσικών. Δεν ξέρω τι στο διάολο σκέφτονται οι μουσικοί ή ποιοι επηρέασαν την μουσική τους αλλά αυτό εδώ ακριβώς το σημείο μου θυμίζει τον Τσαρλς Μίνγκους. Χαίρομαι μόνος μου γιατί αγαπώ την μουσική του και μπορεί εν τέλει να έχω δίκιο. Συνήθιζε ο εκκεντρικός (;) τζαζίστας να εμψυχώνει τους μουσικούς του (όταν δεν τους απειλούσε με μαχαίρι) ακόμα και κατά τις ηχογραφήσεις των δίσκων του.

Η μουσική αλλάζει εντελώς χωρίς να χάσει την συνοχή της. Η κραυγή μπορεί να είναι ή να μοιάζει με προτροπή και συνδετικός κρίκος μαζί αλλά ακόμα και αν έλειπε (καλύτερα όχι) η συνέχεια, η σύνδεση, η ροή της μουσική ςείναι εκεί, μπορείς να την νιώσεις και να την πιάσεις με τα χέρια σου -ναι αυτός ο ρυθμός δεν χρειάζεται ακοή.

Για λίγο όμως. Για λίγο μπορούμε να νιώσουμε το ξέσπασμα των μουσικών που έγραψαν και εκτέλεσαν αυτό το έπος. Κάπου κάπου θες να ξεσπάσεις, να πηδήξεις στον αέρα με τα χέρια ψηλά ή να αρχίσεις να τρέχεις στο πεζοδρόμιο χωρίς να βιάζεσαι να φτ'ασεις πουθενά. Τι καλύτερο από έναν δαιμονισμένο ρυθμό (χαχα) που σε οδηγεί στην κορύφωση και μετά αμέσως επανέρχεται. Όχι δεν είσαι έτοιμος ακόμα.

Παρατηρήσατε ότι δεν υπάρχουν πουθενά χάλκινα; Ένας σκέτος γαμάτος τζαζ ρυθμός από δύο ντράμερ που ΔΕΝ παίζουν τα ίδια ακριβώς και ένα μπασίστα που ξεκινάει και σταματάει να παίζει συνέχεια.

Προσωπικά θα περίμενα άλλο ένα τελικό ξέσπασμα/ανέβασμα των τόνων/κορύφωση για να τελειώσει το κομμάτι πανηγυρικά. Αλλά είπαμε: Ούτε ποστ-ροκ ούτε τζαζ.

Στα μισά σταματάνε οι ομοιότητες με οποιοδήποτε είδος και ειδικά με την τζαζ του Μίνγκους. Οι κιθαρίστες αποφασίζουν να μην παίξουν κιθάρα και ξεσπούν θεατρικά στα πετάλια τους δημιουργώντας μία μικρή αναστάτωση. Οι τσιρίδες των χορδών που πάλλονται όλες μαζί χαλάνε την διάθεση που έχει δημιουργήσει η μελωδία της μοναδικής κιθάρας χωρίς εφέ που ακολουθούσε πιστά τον ρυθμό σε όλο το τραγούδι. Οι τσιρίδες σταματάνε ξαφνικά και ο ρυθμός, η κιθάρα επανέρχονται απτόητοι.

Το τραγούδι τελειώνει όπως άρχισε -τύμπανα και κιθάρα επαναλαμβάνουν τον κορμό του κομματιού- για να μας αποδείξει ότι δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν υπάρχουν -μερικές φορές- ούτε λόγια για να περιγράψουν ένα απλό τραγουδάκι από αυτά που έχουν περάσει και θα περνάνε απαρατήρητα από μουσικούς, μουσικοκριτικούς και μουσικόφιλους.

Αλίμονο. Όπως τραγούδησε κάποτε και ο Μάλαμας Όσα κοστίζουν μια δραχμή / γι'άλλους κοστίζουν μια ζωή.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Χοπλάντικ: Ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων

(Αγαπητό μου ημερολόγιο.
Έχουν περάσει τώρα 4 μέρες μερικές μέρες που πήγα στην πλατεία νερού και άκουσα το αγαπημένο μου συγκρότημα. Περίμενα 16 χρόνια για αυτή την συναυλία και καθώς φεύγαμε από τον χώρο όλοι γύρω μου μιλούσαν πολύ και σχεδόν παραληρούσαν. Εγώ αμίλητος κοιτούσα το έδαφος σαν αλλος ένας shoegazer. Βλέποντας με έτσι κάποια με ρώτησε αν μου άρεσε η συναυλία και εγώ το μόνο που βρήκα να απαντήσω ήταν : ναι, πολύ. Θα μπορούσε να είναι και ειρωνικό.
Δεν περιμένω να με καταλάβεις αγαπητό μου ημερολόγιο. Μέρες πριν εκείνη την δευτέρα είχα παίξει την συναυλία στο μυαλό μου και την είχα ακούσει ξανά και ξανά στα αυτιά μου. Και μου άρεσε πολύ. Όμως δεν το περίμενα αυτό. Όταν ξεκίνησε το Staralfur έκλεισα τα μάτια και ένας δάκρυνος κόμπος έφραξε τον λαιμό μου. Ναι ήθελα να κλάψω έκλαψα από χαρά στο άκουσμα της πρώτης νότας του δεύτερου τραγουδιού. Ξέρεις ημερολογιάκι μου ότι κλαίω εύκολα και ένα καλό τραγούδι είναι μια εξαίρετη αφορμή για την ανακούφιση των δακρύων. Έτσι ξεκίνησε η όμορφη βραδιά. Με μια αφορμή για δάκρυα χαράς. Ύστερα άρχισε να βρέχει και να σταματάει, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και κόκκινος, και τα δάκρυα μου ανακατεύτηκαν με τις χοντρές σταγόνες της βροχής… αλλά δεν έγινε έτσι. Φόρεσα την κουκούλα μου, έγειρα το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Πέρασε μέσα από τα αυτιά μου το Saroglur, το Glosoli (Θεέ μου σταματά να μας βρέχεις και κάτσε να ακούσεις αυτή την θεία μουσική) και διάφορα ανώνυμα τραγούδια που κάποτε αποκτήσαν όνομα και πολύ με λύπησαν γιατί εκείνη η μελωδία, ετούτος εδώ ο θόρυβος δεν έχουν όνομα -δεν πρέπει να ονομάζονται- όπως δεν έχουν στίχους πάρα μόνο μουσική, νότες -όχι όχι νότες, άλλο ήθελα να πω αλλά πώς, οι τρεις τους εκεί πάνω παίζουν και εγώ με κλειστά τα μάτια ακούω και νιώθω, μόνο ακούω και νιώθω, σταματά να βρέχεις, σταματά αέρα, σταματά κοσμε να ακούσεις και να νιώσεις. Το πλήθος βγάζει ένα επιφώνημα θαυμασμού ενώ οι σκέψεις μου δονούνται από βαρυτικά κύματα τα οποία εκπέμπουν τρία σούπερνόβα από την σκηνή. Σηκώνω το κεφάλι και σκουντάω τον JBuddha. Τι έγινε; Ένας κεραυνός πάνω από την σκηνή. Ασήμαντο καθώς η μουσική συνεχίζει. Μόνο για φωτογραφία. Ενώ προσπαθώ να βρω τα λόγια των ανώνυμων τραγουδιών και δεν τα καταφέρνω καλά ανακαλύπτω ότι τα χοπλάντικ είναι αυτό που δύο δεκαετίες τώρα κάνουμε στις ποστ ροκ συναυλίες· επινοούμε μια νέα - δικιά του ο καθένας - γλώσσα για να συντροφέψουμε τις αγαπημένες μας μελωδίες και θορύβους με λόγια. Το απλό άθροισμα των φωνών μας είναι αυτό που κάποιοι τόλμησαν να ξεστομίσουν ως αστείο ή ως προσβολή : ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων.
Και φτάνουμε σιγά σιγά στο τέλος. Ποιο να παίξουν τελευταίο για να μας γαμήσουν τελείως ακόμα και αν ξέρουμε ήδη μέσες άκρες ακριβώς την σειρά των τραγουδιών; Πως βρέθηκα στην κατάσταση που περιέγραψα στην αρχή, να μην μπορώ να γνωρίσω καν ότι ήταν ένα από αυτά τα όνειρα που γίνονται πραγματικότητα δεκαέξι χρόνια μετά; Sven-g-englar, Olsen Olsen, Hoppipolla; Έχει σημασία; Ίσως. Υπάρχουν μερικά τραγούδια για κάθε συγκρότημα που πρέπει να ακούω σε κάθε λάιβ, όπως π. χ. το Fear Satan. Ανώνυμο τραγούδι Νο 8 λοιπόν το επονομαζόμενο και Pop song (Popladig). Είπαμε τα ανώνυμα έπρεπε να παραμείνουν έτσι. Για εμένα το #8 είναι η παρένθεση που κλείνει και όχι το ποπ τραγούδι, για κάποιον άλλο που το ακούει σημαίνει κάτι διαφορετικό, ανάμεσα σε αυτές τις παρενθέσεις του ολόλευκου δίσκου, άδειου από ερμηνείες και ταμπέλες από λόγια παραπλανητικά, τόσο γεμάτου από μουσική και συναίσθημα, ο καθένας βάζει ότι νιώθει.
Κλείνω λοιπόν μια παρένθεση που άνοιξε πριν από δεκαέξι χρόνια όταν μάτωνα τα αυτιά μου και το στόμα μου εκλιπαρώντας όποιον έβρισκα να ακούσει επιτέλους αυτό το δεν-ξέρω-πως-να-το-προφέρω-ακόμα Agaetis Byrjun.)

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Viva POST ROCK! (Maybeshewill @ Athens, Greece, Thu 25/2/2016)

Το ποστ ροκ είναι ρομαντισμός, αγάπη μόνο, αγκαλιές και φιλιά κάτω από την σκηνή. Είναι σμίξιμο με τους κολλητούς σου που ακούνε ακριβώς τα ίδια γιατί μια νύχτα που βρεθήκαμε επιτέλους όλοι μαζί μέσα στο ίδιο δυάρι στην πλατεία Πάργης (έτσι το θέλησε το σύμπαν) συντονιστήκαμε. Διδάξαμε ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη ξέραμε/είχαμε ακούσει και φτιάξαμε μια λίστα αρκούντως μεγάλη. Άλλος έδωσε πολύ άλλος λίγο εκείνη την βραδιά. Όμως το εκπληκτικό είναι ότι αυτό το αλισβερίσι, αυτό το σμίξιμο μουσικών όντων συνεχίζεται ακόμα καμιά 15αριά χρόνια μετά. Μόνο που αντί για χαρτί τώρα χρησιμοποιούμε τον παγκόσμιο ιστό και τις εφαρμογές του. 


Έτσι λοιπόν έμαθα τους Maybeshewill από τους πάντα ερευνούντες το ποστ φίλους και φυσικά δεν πείστηκα. Δεν πείστηκα καθότι λίγο ελιτιστής και έχω συνηθίσει από το ποστ ροκ να παίρνω μεγάλες συγκινήσεις. Και οι Maybeshewill δεν μου έδωσαν καμία συγκίνηση και καμία μεγάλη στιγμή να πω όχι ρε φίλε! Τι παίζουν! Τους θεωρούσα πάντα μία τίμια αλλά μέτρια ποστ ροκ μπάντα. Και με το σκεπτικό ότι πόσες ακόμα μπάντες θα δούμε που να παίζουν την αγαπημένη μας μουσική, πόσα χρόνια ακόμα θα ζει το αναθεματισμένο, κανονίσαμε να πάμε στην τελευταία τους συναυλία στην Ελλάδα αφού μετά από αυτή την περιοδεία διαλύονται. 

Ακούσαμε λίγο από το σετ των we.own.the.sky τους οποίους δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω εν τέλει (συγνώμη που τα λέω έτσι ωμά αλλά έχω πλέον μάθει να ξεχωρίζω τι με ενδιαφέρει και τι όχι ώστε να ακούω όσο το δυνατόν περισσότερη και ενδιαφέρουσα μουσική). Αν θέλεις να παίξεις μέταλ αλλά ξεσηκώνεις από το ποστ δύο πράγματα (ορχηστρική και μακροσκελής μουσική;) και παίζεις σαπόρτ σε κανά βαρύ ποστ ροκ συγκρότημα, ε μην θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Εγώ έχω έρθει να ακούσω ντιλέι τέρμα και να κουνηθώ με τον χαρακτηριστικό τρόπο των ποστροκάδων (ε να το είπα!) 


Οι maybeshewill μπήκαν μετά στην σκηνή χωρίς πολλά πολλά, χωρίς χαιρετούρες και απίθανες εισαγωγές και μας βάλανε στην θέση μας. Όταν λοιπόν λέω ότι ο άλλος είναι τίμιος εννοώ να υποστηρίζει ότι έχει δημιουργήσει, εννοώ ότι μπορεί να πάρει το μέτριο προς καλό υλικό των δίσκων του και με το πάθος της συναυλίας, το σπρώξιμο από ένα καλό κοινό να το κάνει κάτι μοναδικό. Και έτσι έγινε. Οι maybeshewill άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο της μουσικής on a high, όχι με ταρατατζούμ και κλάψες για το τι χάσαμε αλλά με το προσόν της μπάντας που στα λάιβ της ξέρει να παίζει, ξέρει να παθιάζεται με την μουσική της, ξέρει να κερδίζει το κοινό της ξανά (γιατί το κοινό μιας μπάντας είναι συνήθως κερδισμένο από πριν), ξέρει να κερδίζει και τους πιο δύσπιστους τέλος σαν και μένα. 

Θυμάστε (όχι) σας έγραφα κάποια άλλη φορά για τους Caspian και τον τελευταίο τους δίσκο και πως με τράβηξαν ξανά να τους ακούσω μια δεύτερη φορά. Λυπάμαι λοιπόν γιατί την προηγούμενη Πέμπτη είδαμε μία μπάντα που άξιζε να την ξαναδούμε λάιβ, σε αντίθεση με κάτι άλλα μεγάλα ονόματα που έχουμε κατά καιρούς χρυσοπληρώσει για να έρθουν και να μας κοροιδέψουν. Δεν θα την βάλω σε καμία λίστα καλύτερων συναυλιών έβερ ή οτιδήποτε άλλο, ούτε θα την μνημονεύω συνεχώς για χρόνια αναστενάζοντας για τις παλιές αγάπες που πάνε στον παράδεισο. Αλλά ξέρετε κάτι; Το διασκέδασα πάρα πολύ! Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα κάποιες στιγμές να με καθοδηγήσουν αυτοί με την μουσική τους πως θα κουνηθώ και πως θα σκεφτώ, συγκινήθηκα. Και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να χορεύει με τον παραδοσιακό τρόπο των ποστροκάδων και κοίταξα με νόημα τον κολλητό μου δίπλα που έκανε ακριβώς το ίδιο. Ύστερα από την συναυλία, με μια μπύρα στο χέρι σε ένα ψηλό τραπέζι στους Θεσσαλούς, μας έπιασε κάτι που μας έπιανε παλιά και στα Γιάννενα (κυρίως) αλλά και στην Αθήνα: Συζητήσαμε με πάθος για το ποστ ροκ!  



Αντίο λοιπόν James Collins, Matthew Daly, John Helps, Robin Southby και Jamie Ward, αντίο maybeshewill, αντίο Λέστερ -ελπίζω να πάρετε φέτος την Πρέμιερ, ζήτω το ΠΟΣΤ ΡΟΚ!


 Photos  © Mariza Kapsabeli 2016

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Η πρώτη μου ανάμνηση

Το παρακάτω είναι το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι - και δεν θα ξεχάσω- από την μακρά σχέση μου με τους Sigur Rós. Δεν πιστεύω ότι είναι το καλύτερο τους πια αλλά μέσα από μια παράλογη εξίσωση, μουσικής, χρονικής στιγμής και συναισθημάτων για μένα είναι είναι ένα από τους ομορφότερους συνδυασμούς ήχων που έχω ποτέ συναντήσει.
Είναι μια από αυτές τις αναμνήσεις που αποκαλούμε πρώτες. Ποιά είναι η πρώτη σου ανάμνηση ως παιδί;,  ρωτάνε συνήθως. Εμείς εδώ στον Άγιο που σε όλα τα υπόλοιπα είμαστε 30 σαμθινκ, για την μουσική γινόμαστε παιδιά που ακούνε ένα χιλιοπαιγμένο τραγούδι σαν να είναι ο πρώτος αγαπημένος ήχος που έβαλε σε αρμονική ταλάντωση τα δύο τους τύμπανα. Και έτσι ακούω τώρα στο λεωφορείο το Σβεν-Τζι-Ενκλαρ (ακόμα να μάθω πως προφέρεται μα τι σημασία έχει το όνομα του ήχου;) και νομίζω - λανθασμένα - ότι είναι η πρώτη μου ανάμνηση (τελεία).

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Που θα βρούμε Τσίπουρο, βερσιόν 2

Πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη!
Από την αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να γράφω για τους αγαπημένους μου δίσκους μόλις κυκλοφορούν και είχα πολλές ευκαιρίες: Οι Tortoise, ο David Bowie, οι Tindersticks και οι Massive Attack κυκλοφόρησαν νωρίς νωρίς τρεις υπέροχους δίσκους που άνοιξαν το 2016 με τον καλύτερο τρόπο. Ακολούθησαν λιγότερο γνωστά ονόματα όπως οι Venetian Snares (με το Traditional Synthesizer music) που με έκαναν να νιώσω λίγο 90ιζ ξανά με το σινθ-τέκνο τους, ο Matt Elliott (κλασικά) με το ολοκαίνουριο The Calm before που δεν μπορεί παρά να προστεθεί στην δισκοθήκη μου μόλις αποκτήσω κανά φράγκο και το εκπληκτικό τρίο-έκπληξη Gogo Penguin με το Μan made object -αν και ξεκινήσαμε να τους ακόυμε με το v2.0.

Τελικά για τίποτα από αυτά δεν έγραψα. Και εδώ και μερικές μέρες που σαν οδοστρωτήρας πέσανε πάνω μας να μας φάνε τα λεφτά οι εταιρείες συναυλιών με τους Tindersticks στην Στέγη, τον Matt Elliott κάπου και τους Sigur Rós στην Πλατεία Νερού (δάκρυα κυλάνε στα ματάκια μας όταν σκεφτόμαστε ότι η 13η Ιουνίου είναι μόλις 3 μήνες μακριά) με βασανίζει μία επιθυμία να γράψω το Που θα βρούμε Τσίπουρο βερσιόν 2.



Που θα βρούμε λοιπόν Τσίπουρο αγαπητοί τσιπουροσύντροφοι;

Αλλά πριν σας δώσω ονόματα και διευθύνσεις παρόνομων τσιπουροπαραγωγών μία συγκινητική ιστορία:

Κάπου μέσα στο 2000 ένας 22χρονος φοιτητής ψάχνει απεγνωσμένα να βρει εισιτήριο και παρέα για την συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος. Ο κόσμος έχει παραλύσει. Έρχονται. Έρχονται στην Αθήνα. Το εισιτήριο του πρώην μακρυμάλλη φοιτητή είναι εξασφαλισμένο από τις οικονομίες του χαρτζηλικίου του και δεν μπορεί κανείς να του το στερήσει. Η παρέα του είναι αμφίβολη: Μία βέρα Πετροπουλιώτισσα, ερωμένη του Eddie Vedder αλλά και του Thurston Moore θα τον ακολουθήσει μέχρι τον Λυκαβηττό χωρίς εισιτήριο.

Το θέατρο του Λυκαβηττού είναι φίλοι μου ο καλύτερος συναυλιακός χώρος στην Ελλάδα ever! Το ξέρω ότι κλαίτε μερικοί που έκλεισε το Ρόδον, το ξέρω ότι η DiDi έχει φτιάξει την σούπερ φυλακ- συγνώμη το σούπερ υποτίθεται συναυλιακό χώρο στην Μαλακάσα αλλά νοσταλγήστε απλά ότι έχετε δει στον Λυκαβηττό. Από μέσα ή και από τα βραχάκια.

Και εκεί λοιπόν μπαίνω με την εισιτηριάρα μου (μπαίνει ξεχωριστά δυστυχώς και η grunge Πετροπουλιώτισσα) και πιάνω την θέση μου μπροστά ακριβώς από τον Johnny Greenwood. Το θέατρο γεμάτο με κόσμο, μπροστά από την σκηνή, στα καθίσματα αλλά και τα βραχάκια. Την συναυλία ανοίγουν οι Clinic συμπαθητικό σαπόρτ που διάλεξε το ίδιο το συγκρότημα του πόθου μου. Μας ζεσταίνουν μια χαρά αλλά εμείς είμαστε ορκισμένοι στο Μαύρο Αστέρι.

23/6/2000*. Πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών. ΟΚ Computer. Σε 4 μήνες θα κυκλοφορήσει ο επόμενος από τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών. Kid A. Στα μουσικά περιοδικά και σάιτ θα γίνει χαμός. Ανάμεσα στους φαν αμηχανία αλλά και καμιά φορά οργή. Πώς να ακολουθήσεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών; Πώς να υποφέρεις όλες αυτές τις μπάντες που παίζουν σαν τους Radiohead;

“upon first listen, Kid A is just awful ... Too often it sounds like the fragments that they began the writing process with – a loop, a riff, a mumbled line of text, have been set in concrete and had other, lesser ideas piled on top.”**

“The album is morbid proof that this sort of self-indulgence results in a weird kind of anonymity rather that something distinctive and original.”***

“[the album is] tubby, ostentatious, self-congratulatory, look-ma-I-can-suck-my-own-cock whiny old rubbish ...”****

Η απάντηση στα ερωτήματα είναι ότι για να μπορείς να σταθείς όρθιος μετά τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών θα πρέπει να γράψεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2 ο οποίος απλά θα είναι τελείως διαφορετικός από τον #1. You did it! Και μετά -αν τολμάς- κυκλοφόρησε άλλον έναν δίσκο με τα τραγούδια που “δεν χώρεσαν” στον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2!!!

Εκείνο το θερινό βραδάκι στον λόφο πάνω από την αγαπημένη μου Αθήνα, περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το συγκρότημα ΜΟΥ, τους Radiohead ΜΟΥ, τα τραγούδια ΜΟΥ. Περίμενα να κλάψω στο άκουσμα έστω μιας νότας από το Black Star. Και του το φώναξα αλλά δεν με άκουσε ή με αγνόησε απλά. Γιατί εκείνη την ημέρα ήταν Βασιλιάς, Αυτοκράτορας, Θεός πάνω μου. Και ξεκίνησε με το Optimistic που δεν το ήξερα. Και συνέχισε με άλλα τραγούδια που τα άκουγα πρώτη φορά, που δεν ήταν τα τραγούδια ΜΟΥ! Κάποια στιγμή μπήκε βουίζοντας, δονούμενο το National Anthem. Και τότε κατάλαβα! Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Μάλλον έκλαιγα σε όλη την διάρκεια του τραγουδιού. Και ο Johnny με κοίταγε με κατανόηση και μου έκλεισε το μάτι. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι γύρω μου δεν κατάλαβαν. Φώναζαν να παίξει το Creep. “Out of the question” είπε ο Thom; Ούτε Μαύρο Αστέρι. Αλλά όχι για περίμενε. Τι είναι αυτό; Ποιός; Τι; Φαντάσματα αλόγων; Τι είπες; Πώς να εξαφανιστώ τελείως και να μην βρεθώ ποτέ;

Φήμες λένε ότι εκείνη η συναυλία ήταν η καλύτερη όλων των εποχών. Εγώ τις ξεκίνησα αυτές τις φήμες. Ανάμεσα στα καινούρια τραγούδια του Kid A και του Amnesiac δεν υπήρχε χώρος για το παλιό. Οι Radiohead πέθαναν και αναστήθηκαν ακριβώς όπως ο παπαγάλος που έπεσε στην καυτή σούπα σε εκείνο τον όμορφο βραζιλιάνικο μύθο που διηγείται ο Εδουάρδο Γκαλεάνο σε κάποιο από τα βιβλία του. Και αν είναι σήμερα το καλύτερο συγκρότημα μουσικής όλων των εποχών αυτό είναι αλήθεια όχι γιατί έγραψαν το OK Computer αλλά γιατί ακολούθησε το Kid A.



ΥΓ: Ρε λέτε να έρθουν τελικά;  



*http://students.ceid.upatras.gr/~kakaletr/athenslive/athenslive1.htm
**Κριτική στο MOJO
***Κριτική του Βρετανού συγγραφέα Νικ Χόρνμπυ (High Fidelity, About A Boy) στο New Yorker
****Κριτική στο Melody Maker

1978

{Εν τω μεταξύ έχω βάλει στο ριπίτ το τραγούδι μπας και σκεφτώ κάτι φοβερό να γράψω}

Το 1978 είναι η επιτομή του ποστ-ροκ. Ίσως είναι η αρχή του ποστ-ροκ. Μάλλον και το τέλος του. Δεν είναι όμως ένα ποστ-ροκ τραγούδι όπως δεν είναι ποστ-ροκ οι Tortoise ή οι Fly Pan Am. Τίποτα δεν είναι κάτι μέχρι μία αισχρή πλειοψηφία που δεν αρκείται στο να ακούει, να βλέπει και να διαβάζει, αποφασίσει την ταμπέλα που προτιμάει.

Το 1978 είναι τζαζ.

Το 1978 είναι αβαν-γκαρ.

Το 1978 είναι σπέις-ροκ.

Το 1978 είναι το έτος γέννησης μου.

Ξεκινάει τόσο όμορφα με αυτό τον ρυθμό που δίνουν οι δύο ντράμερ και ο μπασίστας να είναι τόσο μονότονα εκπληκτικός. Κάθε δάσκαλος της τζαζ θα ήταν περήφανος.

Ύστερα μία κραυγή για να δώσει ώθηση στην αλλαγή της μουσικής κλίμακας και της διάθεσης των μουσικών. Δεν ξέρω τι στο διάολο σκέφτονται οι μουσικοί ή ποιοι επηρέασαν την μουσική τους αλλά αυτό εδώ ακριβώς το σημείο μου θυμίζει τον Τσαρλς Μίνγκους. Χαίρομαι μόνος μου γιατί αγαπώ την μουσική του και μπορεί εν τέλει να έχω δίκιο. Συνήθιζε ο εκκεντρικός (;) τζαζίστας να εμψυχώνει τους μουσικούς του (όταν δεν τους απειλούσε με μαχαίρι) ακόμα και κατά τις ηχογραφήσεις των δίσκων του.

Η μουσική αλλάζει εντελώς χωρίς να χάσει την συνοχή της. Η κραυγή μπορεί να είναι ή να μοιάζει με προτροπή και συνδετικός κρίκος μαζί αλλά ακόμα και αν έλειπε (καλύτερα όχι) η συνέχεια, η σύνδεση, η ροή της μουσική ςείναι εκεί, μπορείς να την νιώσεις και να την πιάσεις με τα χέρια σου -ναι αυτός ο ρυθμός δεν χρειάζεται ακοή.

Για λίγο όμως. Για λίγο μπορούμε να νιώσουμε το ξέσπασμα των μουσικών που έγραψαν και εκτέλεσαν αυτό το έπος. Κάπου κάπου θες να ξεσπάσεις, να πηδήξεις στον αέρα με τα χέρια ψηλά ή να αρχίσεις να τρέχεις στο πεζοδρόμιο χωρίς να βιάζεσαι να φτ'ασεις πουθενά. Τι καλύτερο από έναν δαιμονισμένο ρυθμό (χαχα) που σε οδηγεί στην κορύφωση και μετά αμέσως επανέρχεται. Όχι δεν είσαι έτοιμος ακόμα.

Παρατηρήσατε ότι δεν υπάρχουν πουθενά χάλκινα; Ένας σκέτος γαμάτος τζαζ ρυθμός από δύο ντράμερ που ΔΕΝ παίζουν τα ίδια ακριβώς και ένα μπασίστα που ξεκινάει και σταματάει να παίζει συνέχεια.

Προσωπικά θα περίμενα άλλο ένα τελικό ξέσπασμα/ανέβασμα των τόνων/κορύφωση για να τελειώσει το κομμάτι πανηγυρικά. Αλλά είπαμε: Ούτε ποστ-ροκ ούτε τζαζ.

Στα μισά σταματάνε οι ομοιότητες με οποιοδήποτε είδος και ειδικά με την τζαζ του Μίνγκους. Οι κιθαρίστες αποφασίζουν να μην παίξουν κιθάρα και ξεσπούν θεατρικά στα πετάλια τους δημιουργώντας μία μικρή αναστάτωση. Οι τσιρίδες των χορδών που πάλλονται όλες μαζί χαλάνε την διάθεση που έχει δημιουργήσει η μελωδία της μοναδικής κιθάρας χωρίς εφέ που ακολουθούσε πιστά τον ρυθμό σε όλο το τραγούδι. Οι τσιρίδες σταματάνε ξαφνικά και ο ρυθμός, η κιθάρα επανέρχονται απτόητοι.

Το τραγούδι τελειώνει όπως άρχισε -τύμπανα και κιθάρα επαναλαμβάνουν τον κορμό του κομματιού- για να μας αποδείξει ότι δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Δεν υπάρχουν -μερικές φορές- ούτε λόγια για να περιγράψουν ένα απλό τραγουδάκι από αυτά που έχουν περάσει και θα περνάνε απαρατήρητα από μουσικούς, μουσικοκριτικούς και μουσικόφιλους.

Αλίμονο. Όπως τραγούδησε κάποτε και ο Μάλαμας Όσα κοστίζουν μια δραχμή / γι'άλλους κοστίζουν μια ζωή.

Χοπλάντικ: Ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων

(Αγαπητό μου ημερολόγιο.
Έχουν περάσει τώρα 4 μέρες μερικές μέρες που πήγα στην πλατεία νερού και άκουσα το αγαπημένο μου συγκρότημα. Περίμενα 16 χρόνια για αυτή την συναυλία και καθώς φεύγαμε από τον χώρο όλοι γύρω μου μιλούσαν πολύ και σχεδόν παραληρούσαν. Εγώ αμίλητος κοιτούσα το έδαφος σαν αλλος ένας shoegazer. Βλέποντας με έτσι κάποια με ρώτησε αν μου άρεσε η συναυλία και εγώ το μόνο που βρήκα να απαντήσω ήταν : ναι, πολύ. Θα μπορούσε να είναι και ειρωνικό.
Δεν περιμένω να με καταλάβεις αγαπητό μου ημερολόγιο. Μέρες πριν εκείνη την δευτέρα είχα παίξει την συναυλία στο μυαλό μου και την είχα ακούσει ξανά και ξανά στα αυτιά μου. Και μου άρεσε πολύ. Όμως δεν το περίμενα αυτό. Όταν ξεκίνησε το Staralfur έκλεισα τα μάτια και ένας δάκρυνος κόμπος έφραξε τον λαιμό μου. Ναι ήθελα να κλάψω έκλαψα από χαρά στο άκουσμα της πρώτης νότας του δεύτερου τραγουδιού. Ξέρεις ημερολογιάκι μου ότι κλαίω εύκολα και ένα καλό τραγούδι είναι μια εξαίρετη αφορμή για την ανακούφιση των δακρύων. Έτσι ξεκίνησε η όμορφη βραδιά. Με μια αφορμή για δάκρυα χαράς. Ύστερα άρχισε να βρέχει και να σταματάει, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και κόκκινος, και τα δάκρυα μου ανακατεύτηκαν με τις χοντρές σταγόνες της βροχής… αλλά δεν έγινε έτσι. Φόρεσα την κουκούλα μου, έγειρα το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια. Πέρασε μέσα από τα αυτιά μου το Saroglur, το Glosoli (Θεέ μου σταματά να μας βρέχεις και κάτσε να ακούσεις αυτή την θεία μουσική) και διάφορα ανώνυμα τραγούδια που κάποτε αποκτήσαν όνομα και πολύ με λύπησαν γιατί εκείνη η μελωδία, ετούτος εδώ ο θόρυβος δεν έχουν όνομα -δεν πρέπει να ονομάζονται- όπως δεν έχουν στίχους πάρα μόνο μουσική, νότες -όχι όχι νότες, άλλο ήθελα να πω αλλά πώς, οι τρεις τους εκεί πάνω παίζουν και εγώ με κλειστά τα μάτια ακούω και νιώθω, μόνο ακούω και νιώθω, σταματά να βρέχεις, σταματά αέρα, σταματά κοσμε να ακούσεις και να νιώσεις. Το πλήθος βγάζει ένα επιφώνημα θαυμασμού ενώ οι σκέψεις μου δονούνται από βαρυτικά κύματα τα οποία εκπέμπουν τρία σούπερνόβα από την σκηνή. Σηκώνω το κεφάλι και σκουντάω τον JBuddha. Τι έγινε; Ένας κεραυνός πάνω από την σκηνή. Ασήμαντο καθώς η μουσική συνεχίζει. Μόνο για φωτογραφία. Ενώ προσπαθώ να βρω τα λόγια των ανώνυμων τραγουδιών και δεν τα καταφέρνω καλά ανακαλύπτω ότι τα χοπλάντικ είναι αυτό που δύο δεκαετίες τώρα κάνουμε στις ποστ ροκ συναυλίες· επινοούμε μια νέα - δικιά του ο καθένας - γλώσσα για να συντροφέψουμε τις αγαπημένες μας μελωδίες και θορύβους με λόγια. Το απλό άθροισμα των φωνών μας είναι αυτό που κάποιοι τόλμησαν να ξεστομίσουν ως αστείο ή ως προσβολή : ο παραδοσιακός τρόπος των ποστροκάδων.
Και φτάνουμε σιγά σιγά στο τέλος. Ποιο να παίξουν τελευταίο για να μας γαμήσουν τελείως ακόμα και αν ξέρουμε ήδη μέσες άκρες ακριβώς την σειρά των τραγουδιών; Πως βρέθηκα στην κατάσταση που περιέγραψα στην αρχή, να μην μπορώ να γνωρίσω καν ότι ήταν ένα από αυτά τα όνειρα που γίνονται πραγματικότητα δεκαέξι χρόνια μετά; Sven-g-englar, Olsen Olsen, Hoppipolla; Έχει σημασία; Ίσως. Υπάρχουν μερικά τραγούδια για κάθε συγκρότημα που πρέπει να ακούω σε κάθε λάιβ, όπως π. χ. το Fear Satan. Ανώνυμο τραγούδι Νο 8 λοιπόν το επονομαζόμενο και Pop song (Popladig). Είπαμε τα ανώνυμα έπρεπε να παραμείνουν έτσι. Για εμένα το #8 είναι η παρένθεση που κλείνει και όχι το ποπ τραγούδι, για κάποιον άλλο που το ακούει σημαίνει κάτι διαφορετικό, ανάμεσα σε αυτές τις παρενθέσεις του ολόλευκου δίσκου, άδειου από ερμηνείες και ταμπέλες από λόγια παραπλανητικά, τόσο γεμάτου από μουσική και συναίσθημα, ο καθένας βάζει ότι νιώθει.
Κλείνω λοιπόν μια παρένθεση που άνοιξε πριν από δεκαέξι χρόνια όταν μάτωνα τα αυτιά μου και το στόμα μου εκλιπαρώντας όποιον έβρισκα να ακούσει επιτέλους αυτό το δεν-ξέρω-πως-να-το-προφέρω-ακόμα Agaetis Byrjun.)

Viva POST ROCK! (Maybeshewill @ Athens, Greece, Thu 25/2/2016)

Το ποστ ροκ είναι ρομαντισμός, αγάπη μόνο, αγκαλιές και φιλιά κάτω από την σκηνή. Είναι σμίξιμο με τους κολλητούς σου που ακούνε ακριβώς τα ίδια γιατί μια νύχτα που βρεθήκαμε επιτέλους όλοι μαζί μέσα στο ίδιο δυάρι στην πλατεία Πάργης (έτσι το θέλησε το σύμπαν) συντονιστήκαμε. Διδάξαμε ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη ξέραμε/είχαμε ακούσει και φτιάξαμε μια λίστα αρκούντως μεγάλη. Άλλος έδωσε πολύ άλλος λίγο εκείνη την βραδιά. Όμως το εκπληκτικό είναι ότι αυτό το αλισβερίσι, αυτό το σμίξιμο μουσικών όντων συνεχίζεται ακόμα καμιά 15αριά χρόνια μετά. Μόνο που αντί για χαρτί τώρα χρησιμοποιούμε τον παγκόσμιο ιστό και τις εφαρμογές του. 


Έτσι λοιπόν έμαθα τους Maybeshewill από τους πάντα ερευνούντες το ποστ φίλους και φυσικά δεν πείστηκα. Δεν πείστηκα καθότι λίγο ελιτιστής και έχω συνηθίσει από το ποστ ροκ να παίρνω μεγάλες συγκινήσεις. Και οι Maybeshewill δεν μου έδωσαν καμία συγκίνηση και καμία μεγάλη στιγμή να πω όχι ρε φίλε! Τι παίζουν! Τους θεωρούσα πάντα μία τίμια αλλά μέτρια ποστ ροκ μπάντα. Και με το σκεπτικό ότι πόσες ακόμα μπάντες θα δούμε που να παίζουν την αγαπημένη μας μουσική, πόσα χρόνια ακόμα θα ζει το αναθεματισμένο, κανονίσαμε να πάμε στην τελευταία τους συναυλία στην Ελλάδα αφού μετά από αυτή την περιοδεία διαλύονται. 

Ακούσαμε λίγο από το σετ των we.own.the.sky τους οποίους δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω εν τέλει (συγνώμη που τα λέω έτσι ωμά αλλά έχω πλέον μάθει να ξεχωρίζω τι με ενδιαφέρει και τι όχι ώστε να ακούω όσο το δυνατόν περισσότερη και ενδιαφέρουσα μουσική). Αν θέλεις να παίξεις μέταλ αλλά ξεσηκώνεις από το ποστ δύο πράγματα (ορχηστρική και μακροσκελής μουσική;) και παίζεις σαπόρτ σε κανά βαρύ ποστ ροκ συγκρότημα, ε μην θέλεις να σε πάρω στα σοβαρά. Εγώ έχω έρθει να ακούσω ντιλέι τέρμα και να κουνηθώ με τον χαρακτηριστικό τρόπο των ποστροκάδων (ε να το είπα!) 


Οι maybeshewill μπήκαν μετά στην σκηνή χωρίς πολλά πολλά, χωρίς χαιρετούρες και απίθανες εισαγωγές και μας βάλανε στην θέση μας. Όταν λοιπόν λέω ότι ο άλλος είναι τίμιος εννοώ να υποστηρίζει ότι έχει δημιουργήσει, εννοώ ότι μπορεί να πάρει το μέτριο προς καλό υλικό των δίσκων του και με το πάθος της συναυλίας, το σπρώξιμο από ένα καλό κοινό να το κάνει κάτι μοναδικό. Και έτσι έγινε. Οι maybeshewill άφησαν τον μάταιο τούτο κόσμο της μουσικής on a high, όχι με ταρατατζούμ και κλάψες για το τι χάσαμε αλλά με το προσόν της μπάντας που στα λάιβ της ξέρει να παίζει, ξέρει να παθιάζεται με την μουσική της, ξέρει να κερδίζει το κοινό της ξανά (γιατί το κοινό μιας μπάντας είναι συνήθως κερδισμένο από πριν), ξέρει να κερδίζει και τους πιο δύσπιστους τέλος σαν και μένα. 

Θυμάστε (όχι) σας έγραφα κάποια άλλη φορά για τους Caspian και τον τελευταίο τους δίσκο και πως με τράβηξαν ξανά να τους ακούσω μια δεύτερη φορά. Λυπάμαι λοιπόν γιατί την προηγούμενη Πέμπτη είδαμε μία μπάντα που άξιζε να την ξαναδούμε λάιβ, σε αντίθεση με κάτι άλλα μεγάλα ονόματα που έχουμε κατά καιρούς χρυσοπληρώσει για να έρθουν και να μας κοροιδέψουν. Δεν θα την βάλω σε καμία λίστα καλύτερων συναυλιών έβερ ή οτιδήποτε άλλο, ούτε θα την μνημονεύω συνεχώς για χρόνια αναστενάζοντας για τις παλιές αγάπες που πάνε στον παράδεισο. Αλλά ξέρετε κάτι; Το διασκέδασα πάρα πολύ! Έκλεισα τα μάτια και αφέθηκα κάποιες στιγμές να με καθοδηγήσουν αυτοί με την μουσική τους πως θα κουνηθώ και πως θα σκεφτώ, συγκινήθηκα. Και κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να χορεύει με τον παραδοσιακό τρόπο των ποστροκάδων και κοίταξα με νόημα τον κολλητό μου δίπλα που έκανε ακριβώς το ίδιο. Ύστερα από την συναυλία, με μια μπύρα στο χέρι σε ένα ψηλό τραπέζι στους Θεσσαλούς, μας έπιασε κάτι που μας έπιανε παλιά και στα Γιάννενα (κυρίως) αλλά και στην Αθήνα: Συζητήσαμε με πάθος για το ποστ ροκ!  



Αντίο λοιπόν James Collins, Matthew Daly, John Helps, Robin Southby και Jamie Ward, αντίο maybeshewill, αντίο Λέστερ -ελπίζω να πάρετε φέτος την Πρέμιερ, ζήτω το ΠΟΣΤ ΡΟΚ!


 Photos  © Mariza Kapsabeli 2016

Η πρώτη μου ανάμνηση

Το παρακάτω είναι το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι - και δεν θα ξεχάσω- από την μακρά σχέση μου με τους Sigur Rós. Δεν πιστεύω ότι είναι το καλύτερο τους πια αλλά μέσα από μια παράλογη εξίσωση, μουσικής, χρονικής στιγμής και συναισθημάτων για μένα είναι είναι ένα από τους ομορφότερους συνδυασμούς ήχων που έχω ποτέ συναντήσει.
Είναι μια από αυτές τις αναμνήσεις που αποκαλούμε πρώτες. Ποιά είναι η πρώτη σου ανάμνηση ως παιδί;,  ρωτάνε συνήθως. Εμείς εδώ στον Άγιο που σε όλα τα υπόλοιπα είμαστε 30 σαμθινκ, για την μουσική γινόμαστε παιδιά που ακούνε ένα χιλιοπαιγμένο τραγούδι σαν να είναι ο πρώτος αγαπημένος ήχος που έβαλε σε αρμονική ταλάντωση τα δύο τους τύμπανα. Και έτσι ακούω τώρα στο λεωφορείο το Σβεν-Τζι-Ενκλαρ (ακόμα να μάθω πως προφέρεται μα τι σημασία έχει το όνομα του ήχου;) και νομίζω - λανθασμένα - ότι είναι η πρώτη μου ανάμνηση (τελεία).

Που θα βρούμε Τσίπουρο, βερσιόν 2

Πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη!
Από την αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να γράφω για τους αγαπημένους μου δίσκους μόλις κυκλοφορούν και είχα πολλές ευκαιρίες: Οι Tortoise, ο David Bowie, οι Tindersticks και οι Massive Attack κυκλοφόρησαν νωρίς νωρίς τρεις υπέροχους δίσκους που άνοιξαν το 2016 με τον καλύτερο τρόπο. Ακολούθησαν λιγότερο γνωστά ονόματα όπως οι Venetian Snares (με το Traditional Synthesizer music) που με έκαναν να νιώσω λίγο 90ιζ ξανά με το σινθ-τέκνο τους, ο Matt Elliott (κλασικά) με το ολοκαίνουριο The Calm before που δεν μπορεί παρά να προστεθεί στην δισκοθήκη μου μόλις αποκτήσω κανά φράγκο και το εκπληκτικό τρίο-έκπληξη Gogo Penguin με το Μan made object -αν και ξεκινήσαμε να τους ακόυμε με το v2.0.

Τελικά για τίποτα από αυτά δεν έγραψα. Και εδώ και μερικές μέρες που σαν οδοστρωτήρας πέσανε πάνω μας να μας φάνε τα λεφτά οι εταιρείες συναυλιών με τους Tindersticks στην Στέγη, τον Matt Elliott κάπου και τους Sigur Rós στην Πλατεία Νερού (δάκρυα κυλάνε στα ματάκια μας όταν σκεφτόμαστε ότι η 13η Ιουνίου είναι μόλις 3 μήνες μακριά) με βασανίζει μία επιθυμία να γράψω το Που θα βρούμε Τσίπουρο βερσιόν 2.



Που θα βρούμε λοιπόν Τσίπουρο αγαπητοί τσιπουροσύντροφοι;

Αλλά πριν σας δώσω ονόματα και διευθύνσεις παρόνομων τσιπουροπαραγωγών μία συγκινητική ιστορία:

Κάπου μέσα στο 2000 ένας 22χρονος φοιτητής ψάχνει απεγνωσμένα να βρει εισιτήριο και παρέα για την συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος. Ο κόσμος έχει παραλύσει. Έρχονται. Έρχονται στην Αθήνα. Το εισιτήριο του πρώην μακρυμάλλη φοιτητή είναι εξασφαλισμένο από τις οικονομίες του χαρτζηλικίου του και δεν μπορεί κανείς να του το στερήσει. Η παρέα του είναι αμφίβολη: Μία βέρα Πετροπουλιώτισσα, ερωμένη του Eddie Vedder αλλά και του Thurston Moore θα τον ακολουθήσει μέχρι τον Λυκαβηττό χωρίς εισιτήριο.

Το θέατρο του Λυκαβηττού είναι φίλοι μου ο καλύτερος συναυλιακός χώρος στην Ελλάδα ever! Το ξέρω ότι κλαίτε μερικοί που έκλεισε το Ρόδον, το ξέρω ότι η DiDi έχει φτιάξει την σούπερ φυλακ- συγνώμη το σούπερ υποτίθεται συναυλιακό χώρο στην Μαλακάσα αλλά νοσταλγήστε απλά ότι έχετε δει στον Λυκαβηττό. Από μέσα ή και από τα βραχάκια.

Και εκεί λοιπόν μπαίνω με την εισιτηριάρα μου (μπαίνει ξεχωριστά δυστυχώς και η grunge Πετροπουλιώτισσα) και πιάνω την θέση μου μπροστά ακριβώς από τον Johnny Greenwood. Το θέατρο γεμάτο με κόσμο, μπροστά από την σκηνή, στα καθίσματα αλλά και τα βραχάκια. Την συναυλία ανοίγουν οι Clinic συμπαθητικό σαπόρτ που διάλεξε το ίδιο το συγκρότημα του πόθου μου. Μας ζεσταίνουν μια χαρά αλλά εμείς είμαστε ορκισμένοι στο Μαύρο Αστέρι.

23/6/2000*. Πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών. ΟΚ Computer. Σε 4 μήνες θα κυκλοφορήσει ο επόμενος από τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών. Kid A. Στα μουσικά περιοδικά και σάιτ θα γίνει χαμός. Ανάμεσα στους φαν αμηχανία αλλά και καμιά φορά οργή. Πώς να ακολουθήσεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών; Πώς να υποφέρεις όλες αυτές τις μπάντες που παίζουν σαν τους Radiohead;

“upon first listen, Kid A is just awful ... Too often it sounds like the fragments that they began the writing process with – a loop, a riff, a mumbled line of text, have been set in concrete and had other, lesser ideas piled on top.”**

“The album is morbid proof that this sort of self-indulgence results in a weird kind of anonymity rather that something distinctive and original.”***

“[the album is] tubby, ostentatious, self-congratulatory, look-ma-I-can-suck-my-own-cock whiny old rubbish ...”****

Η απάντηση στα ερωτήματα είναι ότι για να μπορείς να σταθείς όρθιος μετά τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών θα πρέπει να γράψεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2 ο οποίος απλά θα είναι τελείως διαφορετικός από τον #1. You did it! Και μετά -αν τολμάς- κυκλοφόρησε άλλον έναν δίσκο με τα τραγούδια που “δεν χώρεσαν” στον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2!!!

Εκείνο το θερινό βραδάκι στον λόφο πάνω από την αγαπημένη μου Αθήνα, περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το συγκρότημα ΜΟΥ, τους Radiohead ΜΟΥ, τα τραγούδια ΜΟΥ. Περίμενα να κλάψω στο άκουσμα έστω μιας νότας από το Black Star. Και του το φώναξα αλλά δεν με άκουσε ή με αγνόησε απλά. Γιατί εκείνη την ημέρα ήταν Βασιλιάς, Αυτοκράτορας, Θεός πάνω μου. Και ξεκίνησε με το Optimistic που δεν το ήξερα. Και συνέχισε με άλλα τραγούδια που τα άκουγα πρώτη φορά, που δεν ήταν τα τραγούδια ΜΟΥ! Κάποια στιγμή μπήκε βουίζοντας, δονούμενο το National Anthem. Και τότε κατάλαβα! Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Μάλλον έκλαιγα σε όλη την διάρκεια του τραγουδιού. Και ο Johnny με κοίταγε με κατανόηση και μου έκλεισε το μάτι. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι γύρω μου δεν κατάλαβαν. Φώναζαν να παίξει το Creep. “Out of the question” είπε ο Thom; Ούτε Μαύρο Αστέρι. Αλλά όχι για περίμενε. Τι είναι αυτό; Ποιός; Τι; Φαντάσματα αλόγων; Τι είπες; Πώς να εξαφανιστώ τελείως και να μην βρεθώ ποτέ;

Φήμες λένε ότι εκείνη η συναυλία ήταν η καλύτερη όλων των εποχών. Εγώ τις ξεκίνησα αυτές τις φήμες. Ανάμεσα στα καινούρια τραγούδια του Kid A και του Amnesiac δεν υπήρχε χώρος για το παλιό. Οι Radiohead πέθαναν και αναστήθηκαν ακριβώς όπως ο παπαγάλος που έπεσε στην καυτή σούπα σε εκείνο τον όμορφο βραζιλιάνικο μύθο που διηγείται ο Εδουάρδο Γκαλεάνο σε κάποιο από τα βιβλία του. Και αν είναι σήμερα το καλύτερο συγκρότημα μουσικής όλων των εποχών αυτό είναι αλήθεια όχι γιατί έγραψαν το OK Computer αλλά γιατί ακολούθησε το Kid A.



ΥΓ: Ρε λέτε να έρθουν τελικά;  



*http://students.ceid.upatras.gr/~kakaletr/athenslive/athenslive1.htm
**Κριτική στο MOJO
***Κριτική του Βρετανού συγγραφέα Νικ Χόρνμπυ (High Fidelity, About A Boy) στο New Yorker
****Κριτική στο Melody Maker