Το 3ο κομμάτι των HYΛΔS από τον δίσκο Athena είναι το System. Ορίστε τι έγραψα για το κομμάτι στην κριτική του δίσκου:
Για το System που ακολουθεί δεν έχω να πω πάρα πολλά. Έχω ένα ντέμο που δίπλα στον τίτλο έχει την λέξη masterpiece. Από τότε βέβαια η μπάντα έχει κάνει άλματα προς τα μπρος στην σύνθεση, στο παίξιμο της και στα πάντα. Το τελικό System είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου (πριν μπει το επόμενο) και αυτό φαίνεται από την αρχή, από τα όμορφα φωνητικά της Χρυσούλας (από τις Chrysoula K. & Púrpura) και του Γιάννη, ως το τέλος, οι κιθάρες ακολουθούν πιο συμβατικούς δρόμους για να κάνουν το κομμάτι ίσως το πιο στρωτό και εμπορικό (;) αλλά διόλου βαρετό. Η Αθήνα δεν είναι απλά μια πόλη, είναι μια μεγάλη κοινωνία, ένα πεδίο ταξικής πάλης, ένας τόπος αλλοτρίωσης και ο ήρωας το ξέρει πολύ καλά. Οι Hylas το ξέρουν καλύτερα γιατί ο καθένας τους είναι ο Ύλας της ιστορίας που προσπαθούν (και τελικά καταφερνουν) να διηγηθούν.
Το Nani, αχ αυτό το Nani. Όταν το πρωτοάκουσα δεν ενθουσιάστηκα και πολύ. Μάλλον φταίει το ότι το άκουσα στο αυτοκίνητο του ενός κιθαρίστα που ήταν παρκαρισμένο έξω από ένα τσιπουράδικο. Στο συγκεκριμένο όμως, όταν κυκλοφόρησε κανονικά, χρησιμοποίησα την μέθοδο gybe-piss-crowns. Η μέθοδος αυτή συνιστάται στο ότι ακούω το κομμάτι / δίσκο μέχρι να μου "τα σκάσει" (έτσι λέγεται το τελικό αποτέλεσμα) ή να μην μου πει τίποτα. Κενό. Δεν είναι καλό το τραγούδι. Στο piss crowns περίμενα αρκετές μέρες αλλά τελικά τα κατάφερα. Στο Nani ήρθε πιο νωρίς.
Ο Hylas στο διαμέρισμα του στην Αθήνα βλέπει ειδήσεις. Τι να πιστέψει; Την οργή που φουντώνει μέσα του ή το μίσος που σερβίρουν τα κανάλια;
Αυτό που βγάζει το 4ο κομμάτι του Athena είναι πολλά αντιφατικά συναισθήματα. Είναι γλυκό σαν νανούρισμα αλλά δεν είναι. Είναι οργισμένο σαν πολιτική πρόκληση αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Είναι θλιμμένο σαν νανούρισμα θανάτου αλλά έχει και μια δύναμη ελπίδας, μια αισιοδοξία ότι η θλίψη συνοδεύεται και από οργή, από αποφασιστηκότητα.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι κριτική των στίχων (δεν έχει) αλλά της μουσικής. Οι HYΛΔS και οι παραγωγοί εχουν κάνει μια φοβερή δουλειά στην σύνθεση, το παίξιμο και τον ήχο. Το άλμπουμ ακούγεται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς κοιλιές, μουσικές ή άλλες. Έτσι κάθε φορά που ακούω το Nani αυτό γίνεται το αγαπημένο μου. Ξεκινάει απλά, ποστροκικά, μελαγχολικά, για να χτίσει σιγά σιγά μέχρι το ξέσπασμα και από εκεί οι εναλλαγές της μουσικής συνεδεύονται από τα ανάλογα συναισθήματα, πότε πόνος πότε οργή πότε αισιοδοξία. Πώς μπόρεσαν και χώρεσαν και τα φωνητικά προς το τέλος πάντα θα το έχω απορία και πάντα θα δακρύζω όταν τα ακούω. Αλλά περισσότερο τρελαίνομαι με την Α-Π-Ι-Σ-Τ-Ε-Υ-Τ-Η αλλαγή στο 3'55''! Και ξανά η ίδια στο 4'45''. Κάπου εκεί θα φανεί και μια επιρροή από Sabbath. Ακούστε υπέυθυνα!
Στην περίπτωση του σύγχρονου Ύλα, ήρωα του παρθενικού δίσκου της μπάντας, όλες οι νύμφες ταυτίζονται με μία: Την πόλη. Την Αθήνα. Η οποία είναι συνάμα τρομακτική και γοητευτική όπως όλες οι νύμφες των παραμυθιών. Τις μισές μέρες της βδομάδας θες να φύγεις και μην επιστρέψεις ποτέ ξανά, τις άλλες μισές δεν θες ούτε να σκέφτεσαι την φυγή.
Ο Ύλας ακουμπάει σε ένα δέντρο στην Ανδρέα Μεταξά, στα Εξάρχεια. Μια γειτονιά που ενσαρκώνει αυτόν τον διπολισμό της πόλης όσο καμία άλλη (εκτός ίσως από τα δυτικά). Από τη μία του αρέσει όλη αυτή η "φασαρία" της ζωντανής πόλης, οι μουσικές που ακούγονται από τα καφενεία και τα μπαρ, τα συνθήματα των διαδηλωτών στο κέντρο, οι γεμάτοι λόγια τοίχοι, τα λεωφορεία και ο ηλεκτρικός, οι τουρίστες που θέλουν να γνωρίσουν τον τόπο του. Από την άλλη όλη αυτή η βρωμιά που κουβαλάει σαν κληρονομιά η πόλη, τα χωρίς νόημα γκραφίτι στους τοίχους των πολυκατοικιών, τα σκυλάδικα που ακούγονται από τα μαγαζιά στην Πειραιώς, τα αυτοκίνητα και οι εξαγριωμένοι οδηγοί τους, οι τουρίστες που δεν θέλουν στην πραγματικότητα να γνωρίσουν τον τόπο του, τον ενοχλεί.
Σχεδόν όλα τα κομμάτια του δίσκου Athena μοιάζουν να ισορροπούν πάνω σε αυτή την αντίθεση συναισθημάτων για την πόλη που έχουν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της όμως το Mandarin, νομίζω, περισσότερο από όλα. Στα 6'30'' περίπου (με αυτό το Ρεντιοχεντικό (!) κόψιμο της κιθάρας) η μουσική αλλάζει σαν να άλλαξε γνώμη ο συνθέτης. Ενώ στα πρώτα 6 λεπτά οι HYΛΔS μπαίνουν αγριεμένοι, τύπου θα τα γαμήσουμε όλα, με τις κιθάρες στην μάξιμουμ βρωμιά, τα τύμπανα και το μπάσο να δίνουν ταχύτητα και όγκο στην οργή της μουσικής, μετά το μέσο (12' είναι το κομμάτι) όλα γίνονται πιο μέλοου, πιο πουτανιάρικα, πιο πλιτς (δεν μπορώ να το πω αλλιώς). Το δεύτερο μέρος είναι μία μελό, ερωτική αφιέρωση στην μητρόπολη που αγαπάμε να μισούμε. Το κομμάτι έχει αρχικά την όξινη γεύση του μανταρινιού όταν το πρωτοδαγκώνεις ενώ το τελείωμα του σου αφήνει την γλυκιά μυρωδιά της φλούδας του μανταρινιού στα δάχτυλα σου όταν το καθαρίζεις.
Ο Ύλας ζει στην Αθήνα. Ο Ύλας ακούει μουσική, πολύ, συνέχεια, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ήχο. Ο Ύλας ακούει τα πάντα. Κυριολεκτικά τα πάντα. Ακούει be bop, hard bop και Μάιλς. Ακούει ανατολίτικες μελωδίες και μοριάκια. Ακούει άφρομπιτ και φανκ. Ακούει ποστροκ, προγκρέσιβ, πανκ, idm, electro, underground hip hop. Ακούει Τσιτσάνη και Μπάτη. Αυτός είναι ο Hylas που ξέρω εγώ.
Οι Hylas -ως μουσικό συγκρότημα πλέον- είχαν μια φοβερή ιδέα. Ένα κόνσεπτ που λέμε. Ήθελαν να παίξουν και να γράψουν μουσική. Βρέθηκαν και ξεκίνησαν πρόβες. Μετά αναρωτήθηκαν πως θα λέγονται. Ύλας, μυθικός ήρωας, σύντροφος του Ηρακλή (μάλλον και στο κρεβάτι) τον οποίο κατά την διάρκεια της αργοναυτικής εκστρατείας απήγαγαν Νύμφες… τέλεια! Hylas λοιπόν. Τα τραγούδια είναι έτοιμα για ηχογράφηση, παραγωγή, μίξη, mastering και δεν ξέρω εγώ, το εξώφυλλο και όλη η αισθητική της μπάντας απλά σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό (αγαπημένη μου Bandcamp σελίδα), τραγούδια ανεβαίνουν σε μουσικά σάιτ, πόστερ τυπώνονται, μπλουζάκια φτιάχνονται, το πρώτο φαν κλαμπ είναι στα σκαριά (και λέγεται The Nymphs).
Και η μουσική; Έχει κάτι άλλο σημασία εκτός της μουσικής; Όχι, αλλά είναι ωραίο να πιάνεις στα χέρια σου ένα έργο τέχνης αντί ενός κουτιού που περιέχει μουσική, ακούγεται πιο όμορφα αν η μπάντα ξέρει τι θέλει να εκφράσει και έτσι ο συνδυασμός μουσικής και τίτλων βγάζει νόημα. Οι HYΛΔS παρότι νέοι σε αυτό το προτσές δίνουν νόημα στην μουσική τους χωρίς να προσθέτουν στίχους ή ηχητικά. Ξεκινώντας με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, το Athena, η μπάντα δείχνει που θα κινηθεί μουσικά και θεματικά. Ο τόπος είναι η μητρόπολη της Αθήνας, όχι τόσο το κέντρο, όσο αυτός ο τεράστιος, πότε μαγευτικός ποτέ καταθλιπτικός, αστικός ιστός που εκτείνεται από τον Άγιο Στέφανο ως την Βάρη. Ακούγοντας την Athena μέσα στις συνοικίες της (αυτή την στιγμή είμαι στην Πλ. Σερφιώτου στον Πειραιά) είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ακρόασης. Σε όλο το τραγούδι αλλά ειδικά στο δεύτερο μέρος του, είναι εμφανής αυτή η πάλη της Αθήνας που αγαπάμε και αυτής που μισούμε. Τις περισσότερες φορές αυτές οι δύο οψεις, και στην ζωή αλλά και στις κιθάρες των HYΛΔS, διαπλέκονται και δεν μπορείς να τις ξεχωρίσεις. Όπως όταν η πρώτη κιθάρα παίζει κοφτά, χωρίς μελωδία και πετάγεται η δεύτερη κιθάρα με ένα τόσο μα τόσο ποστροκ τρόπο για να αντιμιλησει της πρώτης. Το ομώνυμο είναι μαγικό κομμάτι και για έναν ακόμα λόγο. Εκεί κάπου στην μέση το μπάσο και τύμπανα αποφασίζουν να αλλάξουν εντελώς ρυθμό, οι κιθάρες ακολουθούν θεσπέσια αυτή την έμπνευση και εγώ που το ακούω συνήθως στο γεμάτο 040 θέλω να χορέψω παρέα με τους Αθηναίους συνεπιβάτες μου.
Ακολουθεί το αγαπημένο μου Hylas and the nymphs που θα μπορούσε να αφηγείται την αρπαγή του Αθηναίου ήρωα από τις επίσης Αθηναίες Νύμφες και την διικοτητα του Ύλα. Να ξεφύγει με την βοήθεια του φίλου του για να επιστρέψει στην Αργώ ή να μείνει με τις όμορφες Νύμφες; Και εδώ οι κιθάρες παίζουν ένα ιδιότυπο παιχνίδι αντίθεσης κόβοντας τα μελωδικά ριφ με κοφτά μέρη και επανερχόμενες πάλι στην μελωδία ώσπου στο 7'15" περίπου το ποστροκ κάνει την εμφάνιση του ξανά για να σβήσει σαν πυροτέχνημα το τραγούδι.
Για το System που ακολουθεί δεν έχω να πω πάρα πολλά. Έχω ένα ντέμο που δίπλα στον τίτλο έχει την λέξη masterpiece. Από τότε βέβαια η μπάντα έχει κάνει άλματα προς τα μπρος στην σύνθεση, στο παίξιμο της και στα πάντα. Το τελικό System είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου (πριν μπει το επόμενο) και αυτό φαίνεται από την αρχή, από τα όμορφα φωνητικά της Χρυσούλας (από τις Chrysoula K. & Púrpura) και του Γιάννη, ως το τέλος, οι κιθάρες ακολουθούν πιο συμβατικούς δρόμους για να κάνουν το κομμάτι ίσως το πιο στρωτό και εμπορικό (;) αλλά διόλου βαρετό. Η Αθήνα δεν είναι απλά μια πόλη, είναι μια μεγάλη κοινωνία, ένα πεδίο ταξικής πάλης, ένας τόπος αλλοτρίωσης και ο ήρωας το ξέρει πολύ καλά. Οι Hylas το ξέρουν καλύτερα γιατί ο καθένας τους είναι ο Ύλας της ιστορίας που προσπαθούν (και τελικά καταφερνουν) να διηγηθούν.
Το Nani ξεκινάει με τον πιο γλυκό ήχο, σχεδόν παιδικό, τα μουσικά όργανα ακούγονται πότε αμήχανα και πότε αποφασισμένα. Το τραγούδι μοιάζει περισσότερο θλιμμένο για κάποια αβάσταχτη και άδικη απώλεια παρά οργισμένο για την αδικία του θανάτου. Όμως οργή και θλίψη τελικά συνυπάρχουν αργότερα μέσα στην μουσική των hylas και μάλιστα συναντούν την ελπίδα στα απλά φωνητικά του τέλους, τα οποία μπορεί στην επίσημη μουσική ορολογία να αποκαλούμε "πλιτς" αλλά κάθε άλλο παρά μελό είναι. Κατά την γνώμη μου το συγκεκριμένο είναι το καλύτερο κομμάτι της μπάντας γιατί: Καταφέρνουν να εκφράσουν όλα τα συναισθήματα που (νομίζω ότι) θέλουν (θλίψη οργή ελπίδα) και είναι ένα τραγούδι που από την πρώτη ακρόαση δεν μπορεί να σε κερδίσει (εγώ είχα προκαταλάβει ότι θα είναι το πιο αδύναμο) αλλά αν του δώσεις τον απαραίτητο χρόνο θα στα σκάσει (όπως μου τα σκάσανε οι gybe! με το piss crowns).
Που μου δίνει την πάσα για το Mandarin το τελευταίο κομμάτι των hylas για φέτος (ανυπομονώ για νέα μουσική σας βρε!). Το οποίο μπαίνει με έναν δυνατό, χορευτικό, αφρικανικό ρυθμό, με μια κιθάρα που ήθελε να γίνει τρομπέτα και να κατακτήσει εξ ονόματος μας ολες τις γυναίκες*, και συνεχίζει βουτώντας βαθιά στα πλήρως χαρτογραφημένα νερά του ποστροκ και του προγκρέσιβ, κλείνει το μάτι στον Τζόνι Γκρίνγουντ εποχής οκ κομπιούτερ, για να καταλήξει στην πιο γαμηστερή πλιτς κιθάρα.
Και έτσι τελειώνει το μουσικό ντεμπούτο των HYΛΔS αλλά όχι η ακρόαση και το ταξίδι της μπάντας που μόλις ξεκινάει.
Ο Άγιος Εφρίμ, προστάτης των αναρχικών ποστροκάδων του κόσμου, συνεχίζει τα θαύματα του αυτήν την φορά παρέα με τον Kevin Doria (αλλιώς KGB).
Στην τελευταία συναυλία των gybe! ο KGB (Kevin Doria) άνοιξε τους ποστροκ θεούς με ένα περίεργο αν και γνώριμο δρονοσετ. Είτε επειδή δεν είχαμε αυτιά για άλλον ήχο εκτός από το ευαγγέλιο του ποστροκ είτε γιατί απλά δεν μας άρεσε, δεν δώσαμε και πολύ σημασία. Ο ήχος του Doria ήτανε γνώριμος και αυτό το καταλάβαμε αρκετούς μήνες αργότερα όταν μας συστήθηκε μαζί με τον Εφρίμ ως SING. SINCK. SING.
Θα μπορούσα να γράψω τόσα πολλά για τον Εφρίμ και τόσο λίγα για τον Κέβιν αλλά θα πω μόνο ένα. Έχει γράψει μερικούς από τους καλύτερους στίχους (από τότε που ξεκίνησε να γράφει) πάνω σε εφιαλτική και δυσκολοχώνευτη μουσική. Από την στροφή των A silver mt zion και των gy!be σε θυμωμένα μουσικά και στιχουργικά μανιφέστα ως και το pissing stars πέρυσι, δυσκολεύομαι να μπω με όλη μου την καρδιά σε αυτό το μαγικό λεωφορείο. Το πιτσφορκ λέει ότι το SING, SINCK SING είναι ο πιο αισιόδοξος δίσκος του Εφρίμ Μανουέλ Μενούκ και θα συμφωνούσα καταρχήν αν δεν είχα ακούσει με μανία ότι έχει κυκλοφορήσει με το όνομα του. Γιατί παρότι όλες οι μουσικοστιχουργικές μεταμφιέσεις του μιλάνε (με λόγια ή χωρίς) για αυτόν τον τόσο πραγματικό κόσμο που ζούμε, για την αλλοτρίωση και τον καπιταλισμό, για την φύση και τον πόλεμο, για την ζωή και τον θάνατο, αυτός και οι σύντροφοι του δεν έχουν σταματήσει ποτέ να αντιστέκονται και να προτρέπουν σε αντίσταση.
Θυμάμαι όταν άρχισα να μπαίνω λίγο πιο βαθιά στο ποστροκ είχα για θεούς τους gy!be και τους Sigur Rós. Οι δεύτεροι είχαν δηλώσει με στόμφο ότι θέλουν να αλλάξουν την μουσική με τον τρόπο που παίζουν ενώ οι πρώτοι ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο με την μουσική τους. Ξέρουμε που κατέληξαν και οι δύο. Οι μεν sigur rós έμειναν δύο μετά από σκάνδαλα για φοροδιαφυγή και βιασμούς οι δε gybe! σταμάτησαν για κανά δυο χρόνο και επέστρεψαν πιο οργισμένοι. Αυτό που θέλω να πω είναι οτι αν και ο Τζόνσι μπόρεσε να αγγίξει εν μέρει τον στόχο του (και μετά να κάηκε στην φωτιά του ανώνυμου #8), ο Εφρίμ και η καναδέζικη μουσική κολεκτίβα έθεσαν τον πήχη πολύ ψηλά και γκρεμίστηκαν στις ρωγμές που δημιούργησε το world police and friendly fire. Ομως - και εδώ βρίσκεται η διαφορά - δεν έχουν σταματήσει ακόμα να προσπαθούν, να αντιστέκονται, να αγωνίζονται γράφοντας μουσική και στίχους. Αυτή είναι η αισιοδοξία που ενυπάρχει στα λόγια και τους ήχους του Εφρίμ από τότε που ξεκίνησε να γράφει. Όχι το SING, SINCK SING δεν είναι ο πιο αισιόδοξος δίσκος του αλλά παίζει να είναι ο καλύτερος προσωπικός -μέχρι τον επόμενο.
Το 3ο κομμάτι των HYΛΔS από τον δίσκο Athena είναι το System. Ορίστε τι έγραψα για το κομμάτι στην κριτική του δίσκου:
Για το System που ακολουθεί δεν έχω να πω πάρα πολλά. Έχω ένα ντέμο που δίπλα στον τίτλο έχει την λέξη masterpiece. Από τότε βέβαια η μπάντα έχει κάνει άλματα προς τα μπρος στην σύνθεση, στο παίξιμο της και στα πάντα. Το τελικό System είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου (πριν μπει το επόμενο) και αυτό φαίνεται από την αρχή, από τα όμορφα φωνητικά της Χρυσούλας (από τις Chrysoula K. & Púrpura) και του Γιάννη, ως το τέλος, οι κιθάρες ακολουθούν πιο συμβατικούς δρόμους για να κάνουν το κομμάτι ίσως το πιο στρωτό και εμπορικό (;) αλλά διόλου βαρετό. Η Αθήνα δεν είναι απλά μια πόλη, είναι μια μεγάλη κοινωνία, ένα πεδίο ταξικής πάλης, ένας τόπος αλλοτρίωσης και ο ήρωας το ξέρει πολύ καλά. Οι Hylas το ξέρουν καλύτερα γιατί ο καθένας τους είναι ο Ύλας της ιστορίας που προσπαθούν (και τελικά καταφερνουν) να διηγηθούν.
Το Nani, αχ αυτό το Nani. Όταν το πρωτοάκουσα δεν ενθουσιάστηκα και πολύ. Μάλλον φταίει το ότι το άκουσα στο αυτοκίνητο του ενός κιθαρίστα που ήταν παρκαρισμένο έξω από ένα τσιπουράδικο. Στο συγκεκριμένο όμως, όταν κυκλοφόρησε κανονικά, χρησιμοποίησα την μέθοδο gybe-piss-crowns. Η μέθοδος αυτή συνιστάται στο ότι ακούω το κομμάτι / δίσκο μέχρι να μου "τα σκάσει" (έτσι λέγεται το τελικό αποτέλεσμα) ή να μην μου πει τίποτα. Κενό. Δεν είναι καλό το τραγούδι. Στο piss crowns περίμενα αρκετές μέρες αλλά τελικά τα κατάφερα. Στο Nani ήρθε πιο νωρίς.
Ο Hylas στο διαμέρισμα του στην Αθήνα βλέπει ειδήσεις. Τι να πιστέψει; Την οργή που φουντώνει μέσα του ή το μίσος που σερβίρουν τα κανάλια;
Αυτό που βγάζει το 4ο κομμάτι του Athena είναι πολλά αντιφατικά συναισθήματα. Είναι γλυκό σαν νανούρισμα αλλά δεν είναι. Είναι οργισμένο σαν πολιτική πρόκληση αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Είναι θλιμμένο σαν νανούρισμα θανάτου αλλά έχει και μια δύναμη ελπίδας, μια αισιοδοξία ότι η θλίψη συνοδεύεται και από οργή, από αποφασιστηκότητα.
Όλα τα παραπάνω δεν είναι κριτική των στίχων (δεν έχει) αλλά της μουσικής. Οι HYΛΔS και οι παραγωγοί εχουν κάνει μια φοβερή δουλειά στην σύνθεση, το παίξιμο και τον ήχο. Το άλμπουμ ακούγεται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς κοιλιές, μουσικές ή άλλες. Έτσι κάθε φορά που ακούω το Nani αυτό γίνεται το αγαπημένο μου. Ξεκινάει απλά, ποστροκικά, μελαγχολικά, για να χτίσει σιγά σιγά μέχρι το ξέσπασμα και από εκεί οι εναλλαγές της μουσικής συνεδεύονται από τα ανάλογα συναισθήματα, πότε πόνος πότε οργή πότε αισιοδοξία. Πώς μπόρεσαν και χώρεσαν και τα φωνητικά προς το τέλος πάντα θα το έχω απορία και πάντα θα δακρύζω όταν τα ακούω. Αλλά περισσότερο τρελαίνομαι με την Α-Π-Ι-Σ-Τ-Ε-Υ-Τ-Η αλλαγή στο 3'55''! Και ξανά η ίδια στο 4'45''. Κάπου εκεί θα φανεί και μια επιρροή από Sabbath. Ακούστε υπέυθυνα!
Στην περίπτωση του σύγχρονου Ύλα, ήρωα του παρθενικού δίσκου της μπάντας, όλες οι νύμφες ταυτίζονται με μία: Την πόλη. Την Αθήνα. Η οποία είναι συνάμα τρομακτική και γοητευτική όπως όλες οι νύμφες των παραμυθιών. Τις μισές μέρες της βδομάδας θες να φύγεις και μην επιστρέψεις ποτέ ξανά, τις άλλες μισές δεν θες ούτε να σκέφτεσαι την φυγή.
Ο Ύλας ακουμπάει σε ένα δέντρο στην Ανδρέα Μεταξά, στα Εξάρχεια. Μια γειτονιά που ενσαρκώνει αυτόν τον διπολισμό της πόλης όσο καμία άλλη (εκτός ίσως από τα δυτικά). Από τη μία του αρέσει όλη αυτή η "φασαρία" της ζωντανής πόλης, οι μουσικές που ακούγονται από τα καφενεία και τα μπαρ, τα συνθήματα των διαδηλωτών στο κέντρο, οι γεμάτοι λόγια τοίχοι, τα λεωφορεία και ο ηλεκτρικός, οι τουρίστες που θέλουν να γνωρίσουν τον τόπο του. Από την άλλη όλη αυτή η βρωμιά που κουβαλάει σαν κληρονομιά η πόλη, τα χωρίς νόημα γκραφίτι στους τοίχους των πολυκατοικιών, τα σκυλάδικα που ακούγονται από τα μαγαζιά στην Πειραιώς, τα αυτοκίνητα και οι εξαγριωμένοι οδηγοί τους, οι τουρίστες που δεν θέλουν στην πραγματικότητα να γνωρίσουν τον τόπο του, τον ενοχλεί.
Σχεδόν όλα τα κομμάτια του δίσκου Athena μοιάζουν να ισορροπούν πάνω σε αυτή την αντίθεση συναισθημάτων για την πόλη που έχουν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της όμως το Mandarin, νομίζω, περισσότερο από όλα. Στα 6'30'' περίπου (με αυτό το Ρεντιοχεντικό (!) κόψιμο της κιθάρας) η μουσική αλλάζει σαν να άλλαξε γνώμη ο συνθέτης. Ενώ στα πρώτα 6 λεπτά οι HYΛΔS μπαίνουν αγριεμένοι, τύπου θα τα γαμήσουμε όλα, με τις κιθάρες στην μάξιμουμ βρωμιά, τα τύμπανα και το μπάσο να δίνουν ταχύτητα και όγκο στην οργή της μουσικής, μετά το μέσο (12' είναι το κομμάτι) όλα γίνονται πιο μέλοου, πιο πουτανιάρικα, πιο πλιτς (δεν μπορώ να το πω αλλιώς). Το δεύτερο μέρος είναι μία μελό, ερωτική αφιέρωση στην μητρόπολη που αγαπάμε να μισούμε. Το κομμάτι έχει αρχικά την όξινη γεύση του μανταρινιού όταν το πρωτοδαγκώνεις ενώ το τελείωμα του σου αφήνει την γλυκιά μυρωδιά της φλούδας του μανταρινιού στα δάχτυλα σου όταν το καθαρίζεις.
Ο Ύλας ζει στην Αθήνα. Ο Ύλας ακούει μουσική, πολύ, συνέχεια, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ήχο. Ο Ύλας ακούει τα πάντα. Κυριολεκτικά τα πάντα. Ακούει be bop, hard bop και Μάιλς. Ακούει ανατολίτικες μελωδίες και μοριάκια. Ακούει άφρομπιτ και φανκ. Ακούει ποστροκ, προγκρέσιβ, πανκ, idm, electro, underground hip hop. Ακούει Τσιτσάνη και Μπάτη. Αυτός είναι ο Hylas που ξέρω εγώ.
Οι Hylas -ως μουσικό συγκρότημα πλέον- είχαν μια φοβερή ιδέα. Ένα κόνσεπτ που λέμε. Ήθελαν να παίξουν και να γράψουν μουσική. Βρέθηκαν και ξεκίνησαν πρόβες. Μετά αναρωτήθηκαν πως θα λέγονται. Ύλας, μυθικός ήρωας, σύντροφος του Ηρακλή (μάλλον και στο κρεβάτι) τον οποίο κατά την διάρκεια της αργοναυτικής εκστρατείας απήγαγαν Νύμφες… τέλεια! Hylas λοιπόν. Τα τραγούδια είναι έτοιμα για ηχογράφηση, παραγωγή, μίξη, mastering και δεν ξέρω εγώ, το εξώφυλλο και όλη η αισθητική της μπάντας απλά σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό (αγαπημένη μου Bandcamp σελίδα), τραγούδια ανεβαίνουν σε μουσικά σάιτ, πόστερ τυπώνονται, μπλουζάκια φτιάχνονται, το πρώτο φαν κλαμπ είναι στα σκαριά (και λέγεται The Nymphs).
Και η μουσική; Έχει κάτι άλλο σημασία εκτός της μουσικής; Όχι, αλλά είναι ωραίο να πιάνεις στα χέρια σου ένα έργο τέχνης αντί ενός κουτιού που περιέχει μουσική, ακούγεται πιο όμορφα αν η μπάντα ξέρει τι θέλει να εκφράσει και έτσι ο συνδυασμός μουσικής και τίτλων βγάζει νόημα. Οι HYΛΔS παρότι νέοι σε αυτό το προτσές δίνουν νόημα στην μουσική τους χωρίς να προσθέτουν στίχους ή ηχητικά. Ξεκινώντας με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, το Athena, η μπάντα δείχνει που θα κινηθεί μουσικά και θεματικά. Ο τόπος είναι η μητρόπολη της Αθήνας, όχι τόσο το κέντρο, όσο αυτός ο τεράστιος, πότε μαγευτικός ποτέ καταθλιπτικός, αστικός ιστός που εκτείνεται από τον Άγιο Στέφανο ως την Βάρη. Ακούγοντας την Athena μέσα στις συνοικίες της (αυτή την στιγμή είμαι στην Πλ. Σερφιώτου στον Πειραιά) είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ακρόασης. Σε όλο το τραγούδι αλλά ειδικά στο δεύτερο μέρος του, είναι εμφανής αυτή η πάλη της Αθήνας που αγαπάμε και αυτής που μισούμε. Τις περισσότερες φορές αυτές οι δύο οψεις, και στην ζωή αλλά και στις κιθάρες των HYΛΔS, διαπλέκονται και δεν μπορείς να τις ξεχωρίσεις. Όπως όταν η πρώτη κιθάρα παίζει κοφτά, χωρίς μελωδία και πετάγεται η δεύτερη κιθάρα με ένα τόσο μα τόσο ποστροκ τρόπο για να αντιμιλησει της πρώτης. Το ομώνυμο είναι μαγικό κομμάτι και για έναν ακόμα λόγο. Εκεί κάπου στην μέση το μπάσο και τύμπανα αποφασίζουν να αλλάξουν εντελώς ρυθμό, οι κιθάρες ακολουθούν θεσπέσια αυτή την έμπνευση και εγώ που το ακούω συνήθως στο γεμάτο 040 θέλω να χορέψω παρέα με τους Αθηναίους συνεπιβάτες μου.
Ακολουθεί το αγαπημένο μου Hylas and the nymphs που θα μπορούσε να αφηγείται την αρπαγή του Αθηναίου ήρωα από τις επίσης Αθηναίες Νύμφες και την διικοτητα του Ύλα. Να ξεφύγει με την βοήθεια του φίλου του για να επιστρέψει στην Αργώ ή να μείνει με τις όμορφες Νύμφες; Και εδώ οι κιθάρες παίζουν ένα ιδιότυπο παιχνίδι αντίθεσης κόβοντας τα μελωδικά ριφ με κοφτά μέρη και επανερχόμενες πάλι στην μελωδία ώσπου στο 7'15" περίπου το ποστροκ κάνει την εμφάνιση του ξανά για να σβήσει σαν πυροτέχνημα το τραγούδι.
Για το System που ακολουθεί δεν έχω να πω πάρα πολλά. Έχω ένα ντέμο που δίπλα στον τίτλο έχει την λέξη masterpiece. Από τότε βέβαια η μπάντα έχει κάνει άλματα προς τα μπρος στην σύνθεση, στο παίξιμο της και στα πάντα. Το τελικό System είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου (πριν μπει το επόμενο) και αυτό φαίνεται από την αρχή, από τα όμορφα φωνητικά της Χρυσούλας (από τις Chrysoula K. & Púrpura) και του Γιάννη, ως το τέλος, οι κιθάρες ακολουθούν πιο συμβατικούς δρόμους για να κάνουν το κομμάτι ίσως το πιο στρωτό και εμπορικό (;) αλλά διόλου βαρετό. Η Αθήνα δεν είναι απλά μια πόλη, είναι μια μεγάλη κοινωνία, ένα πεδίο ταξικής πάλης, ένας τόπος αλλοτρίωσης και ο ήρωας το ξέρει πολύ καλά. Οι Hylas το ξέρουν καλύτερα γιατί ο καθένας τους είναι ο Ύλας της ιστορίας που προσπαθούν (και τελικά καταφερνουν) να διηγηθούν.
Το Nani ξεκινάει με τον πιο γλυκό ήχο, σχεδόν παιδικό, τα μουσικά όργανα ακούγονται πότε αμήχανα και πότε αποφασισμένα. Το τραγούδι μοιάζει περισσότερο θλιμμένο για κάποια αβάσταχτη και άδικη απώλεια παρά οργισμένο για την αδικία του θανάτου. Όμως οργή και θλίψη τελικά συνυπάρχουν αργότερα μέσα στην μουσική των hylas και μάλιστα συναντούν την ελπίδα στα απλά φωνητικά του τέλους, τα οποία μπορεί στην επίσημη μουσική ορολογία να αποκαλούμε "πλιτς" αλλά κάθε άλλο παρά μελό είναι. Κατά την γνώμη μου το συγκεκριμένο είναι το καλύτερο κομμάτι της μπάντας γιατί: Καταφέρνουν να εκφράσουν όλα τα συναισθήματα που (νομίζω ότι) θέλουν (θλίψη οργή ελπίδα) και είναι ένα τραγούδι που από την πρώτη ακρόαση δεν μπορεί να σε κερδίσει (εγώ είχα προκαταλάβει ότι θα είναι το πιο αδύναμο) αλλά αν του δώσεις τον απαραίτητο χρόνο θα στα σκάσει (όπως μου τα σκάσανε οι gybe! με το piss crowns).
Που μου δίνει την πάσα για το Mandarin το τελευταίο κομμάτι των hylas για φέτος (ανυπομονώ για νέα μουσική σας βρε!). Το οποίο μπαίνει με έναν δυνατό, χορευτικό, αφρικανικό ρυθμό, με μια κιθάρα που ήθελε να γίνει τρομπέτα και να κατακτήσει εξ ονόματος μας ολες τις γυναίκες*, και συνεχίζει βουτώντας βαθιά στα πλήρως χαρτογραφημένα νερά του ποστροκ και του προγκρέσιβ, κλείνει το μάτι στον Τζόνι Γκρίνγουντ εποχής οκ κομπιούτερ, για να καταλήξει στην πιο γαμηστερή πλιτς κιθάρα.
Και έτσι τελειώνει το μουσικό ντεμπούτο των HYΛΔS αλλά όχι η ακρόαση και το ταξίδι της μπάντας που μόλις ξεκινάει.
Ο Άγιος Εφρίμ, προστάτης των αναρχικών ποστροκάδων του κόσμου, συνεχίζει τα θαύματα του αυτήν την φορά παρέα με τον Kevin Doria (αλλιώς KGB).
Στην τελευταία συναυλία των gybe! ο KGB (Kevin Doria) άνοιξε τους ποστροκ θεούς με ένα περίεργο αν και γνώριμο δρονοσετ. Είτε επειδή δεν είχαμε αυτιά για άλλον ήχο εκτός από το ευαγγέλιο του ποστροκ είτε γιατί απλά δεν μας άρεσε, δεν δώσαμε και πολύ σημασία. Ο ήχος του Doria ήτανε γνώριμος και αυτό το καταλάβαμε αρκετούς μήνες αργότερα όταν μας συστήθηκε μαζί με τον Εφρίμ ως SING. SINCK. SING.
Θα μπορούσα να γράψω τόσα πολλά για τον Εφρίμ και τόσο λίγα για τον Κέβιν αλλά θα πω μόνο ένα. Έχει γράψει μερικούς από τους καλύτερους στίχους (από τότε που ξεκίνησε να γράφει) πάνω σε εφιαλτική και δυσκολοχώνευτη μουσική. Από την στροφή των A silver mt zion και των gy!be σε θυμωμένα μουσικά και στιχουργικά μανιφέστα ως και το pissing stars πέρυσι, δυσκολεύομαι να μπω με όλη μου την καρδιά σε αυτό το μαγικό λεωφορείο. Το πιτσφορκ λέει ότι το SING, SINCK SING είναι ο πιο αισιόδοξος δίσκος του Εφρίμ Μανουέλ Μενούκ και θα συμφωνούσα καταρχήν αν δεν είχα ακούσει με μανία ότι έχει κυκλοφορήσει με το όνομα του. Γιατί παρότι όλες οι μουσικοστιχουργικές μεταμφιέσεις του μιλάνε (με λόγια ή χωρίς) για αυτόν τον τόσο πραγματικό κόσμο που ζούμε, για την αλλοτρίωση και τον καπιταλισμό, για την φύση και τον πόλεμο, για την ζωή και τον θάνατο, αυτός και οι σύντροφοι του δεν έχουν σταματήσει ποτέ να αντιστέκονται και να προτρέπουν σε αντίσταση.
Θυμάμαι όταν άρχισα να μπαίνω λίγο πιο βαθιά στο ποστροκ είχα για θεούς τους gy!be και τους Sigur Rós. Οι δεύτεροι είχαν δηλώσει με στόμφο ότι θέλουν να αλλάξουν την μουσική με τον τρόπο που παίζουν ενώ οι πρώτοι ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο με την μουσική τους. Ξέρουμε που κατέληξαν και οι δύο. Οι μεν sigur rós έμειναν δύο μετά από σκάνδαλα για φοροδιαφυγή και βιασμούς οι δε gybe! σταμάτησαν για κανά δυο χρόνο και επέστρεψαν πιο οργισμένοι. Αυτό που θέλω να πω είναι οτι αν και ο Τζόνσι μπόρεσε να αγγίξει εν μέρει τον στόχο του (και μετά να κάηκε στην φωτιά του ανώνυμου #8), ο Εφρίμ και η καναδέζικη μουσική κολεκτίβα έθεσαν τον πήχη πολύ ψηλά και γκρεμίστηκαν στις ρωγμές που δημιούργησε το world police and friendly fire. Ομως - και εδώ βρίσκεται η διαφορά - δεν έχουν σταματήσει ακόμα να προσπαθούν, να αντιστέκονται, να αγωνίζονται γράφοντας μουσική και στίχους. Αυτή είναι η αισιοδοξία που ενυπάρχει στα λόγια και τους ήχους του Εφρίμ από τότε που ξεκίνησε να γράφει. Όχι το SING, SINCK SING δεν είναι ο πιο αισιόδοξος δίσκος του αλλά παίζει να είναι ο καλύτερος προσωπικός -μέχρι τον επόμενο.