Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Που θα βρούμε Τσίπουρο, βερσιόν 2

Πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη!
Από την αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να γράφω για τους αγαπημένους μου δίσκους μόλις κυκλοφορούν και είχα πολλές ευκαιρίες: Οι Tortoise, ο David Bowie, οι Tindersticks και οι Massive Attack κυκλοφόρησαν νωρίς νωρίς τρεις υπέροχους δίσκους που άνοιξαν το 2016 με τον καλύτερο τρόπο. Ακολούθησαν λιγότερο γνωστά ονόματα όπως οι Venetian Snares (με το Traditional Synthesizer music) που με έκαναν να νιώσω λίγο 90ιζ ξανά με το σινθ-τέκνο τους, ο Matt Elliott (κλασικά) με το ολοκαίνουριο The Calm before που δεν μπορεί παρά να προστεθεί στην δισκοθήκη μου μόλις αποκτήσω κανά φράγκο και το εκπληκτικό τρίο-έκπληξη Gogo Penguin με το Μan made object -αν και ξεκινήσαμε να τους ακόυμε με το v2.0.

Τελικά για τίποτα από αυτά δεν έγραψα. Και εδώ και μερικές μέρες που σαν οδοστρωτήρας πέσανε πάνω μας να μας φάνε τα λεφτά οι εταιρείες συναυλιών με τους Tindersticks στην Στέγη, τον Matt Elliott κάπου και τους Sigur Rós στην Πλατεία Νερού (δάκρυα κυλάνε στα ματάκια μας όταν σκεφτόμαστε ότι η 13η Ιουνίου είναι μόλις 3 μήνες μακριά) με βασανίζει μία επιθυμία να γράψω το Που θα βρούμε Τσίπουρο βερσιόν 2.



Που θα βρούμε λοιπόν Τσίπουρο αγαπητοί τσιπουροσύντροφοι;

Αλλά πριν σας δώσω ονόματα και διευθύνσεις παρόνομων τσιπουροπαραγωγών μία συγκινητική ιστορία:

Κάπου μέσα στο 2000 ένας 22χρονος φοιτητής ψάχνει απεγνωσμένα να βρει εισιτήριο και παρέα για την συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος. Ο κόσμος έχει παραλύσει. Έρχονται. Έρχονται στην Αθήνα. Το εισιτήριο του πρώην μακρυμάλλη φοιτητή είναι εξασφαλισμένο από τις οικονομίες του χαρτζηλικίου του και δεν μπορεί κανείς να του το στερήσει. Η παρέα του είναι αμφίβολη: Μία βέρα Πετροπουλιώτισσα, ερωμένη του Eddie Vedder αλλά και του Thurston Moore θα τον ακολουθήσει μέχρι τον Λυκαβηττό χωρίς εισιτήριο.

Το θέατρο του Λυκαβηττού είναι φίλοι μου ο καλύτερος συναυλιακός χώρος στην Ελλάδα ever! Το ξέρω ότι κλαίτε μερικοί που έκλεισε το Ρόδον, το ξέρω ότι η DiDi έχει φτιάξει την σούπερ φυλακ- συγνώμη το σούπερ υποτίθεται συναυλιακό χώρο στην Μαλακάσα αλλά νοσταλγήστε απλά ότι έχετε δει στον Λυκαβηττό. Από μέσα ή και από τα βραχάκια.

Και εκεί λοιπόν μπαίνω με την εισιτηριάρα μου (μπαίνει ξεχωριστά δυστυχώς και η grunge Πετροπουλιώτισσα) και πιάνω την θέση μου μπροστά ακριβώς από τον Johnny Greenwood. Το θέατρο γεμάτο με κόσμο, μπροστά από την σκηνή, στα καθίσματα αλλά και τα βραχάκια. Την συναυλία ανοίγουν οι Clinic συμπαθητικό σαπόρτ που διάλεξε το ίδιο το συγκρότημα του πόθου μου. Μας ζεσταίνουν μια χαρά αλλά εμείς είμαστε ορκισμένοι στο Μαύρο Αστέρι.

23/6/2000*. Πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών. ΟΚ Computer. Σε 4 μήνες θα κυκλοφορήσει ο επόμενος από τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών. Kid A. Στα μουσικά περιοδικά και σάιτ θα γίνει χαμός. Ανάμεσα στους φαν αμηχανία αλλά και καμιά φορά οργή. Πώς να ακολουθήσεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών; Πώς να υποφέρεις όλες αυτές τις μπάντες που παίζουν σαν τους Radiohead;

“upon first listen, Kid A is just awful ... Too often it sounds like the fragments that they began the writing process with – a loop, a riff, a mumbled line of text, have been set in concrete and had other, lesser ideas piled on top.”**

“The album is morbid proof that this sort of self-indulgence results in a weird kind of anonymity rather that something distinctive and original.”***

“[the album is] tubby, ostentatious, self-congratulatory, look-ma-I-can-suck-my-own-cock whiny old rubbish ...”****

Η απάντηση στα ερωτήματα είναι ότι για να μπορείς να σταθείς όρθιος μετά τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών θα πρέπει να γράψεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2 ο οποίος απλά θα είναι τελείως διαφορετικός από τον #1. You did it! Και μετά -αν τολμάς- κυκλοφόρησε άλλον έναν δίσκο με τα τραγούδια που “δεν χώρεσαν” στον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2!!!

Εκείνο το θερινό βραδάκι στον λόφο πάνω από την αγαπημένη μου Αθήνα, περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το συγκρότημα ΜΟΥ, τους Radiohead ΜΟΥ, τα τραγούδια ΜΟΥ. Περίμενα να κλάψω στο άκουσμα έστω μιας νότας από το Black Star. Και του το φώναξα αλλά δεν με άκουσε ή με αγνόησε απλά. Γιατί εκείνη την ημέρα ήταν Βασιλιάς, Αυτοκράτορας, Θεός πάνω μου. Και ξεκίνησε με το Optimistic που δεν το ήξερα. Και συνέχισε με άλλα τραγούδια που τα άκουγα πρώτη φορά, που δεν ήταν τα τραγούδια ΜΟΥ! Κάποια στιγμή μπήκε βουίζοντας, δονούμενο το National Anthem. Και τότε κατάλαβα! Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Μάλλον έκλαιγα σε όλη την διάρκεια του τραγουδιού. Και ο Johnny με κοίταγε με κατανόηση και μου έκλεισε το μάτι. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι γύρω μου δεν κατάλαβαν. Φώναζαν να παίξει το Creep. “Out of the question” είπε ο Thom; Ούτε Μαύρο Αστέρι. Αλλά όχι για περίμενε. Τι είναι αυτό; Ποιός; Τι; Φαντάσματα αλόγων; Τι είπες; Πώς να εξαφανιστώ τελείως και να μην βρεθώ ποτέ;

Φήμες λένε ότι εκείνη η συναυλία ήταν η καλύτερη όλων των εποχών. Εγώ τις ξεκίνησα αυτές τις φήμες. Ανάμεσα στα καινούρια τραγούδια του Kid A και του Amnesiac δεν υπήρχε χώρος για το παλιό. Οι Radiohead πέθαναν και αναστήθηκαν ακριβώς όπως ο παπαγάλος που έπεσε στην καυτή σούπα σε εκείνο τον όμορφο βραζιλιάνικο μύθο που διηγείται ο Εδουάρδο Γκαλεάνο σε κάποιο από τα βιβλία του. Και αν είναι σήμερα το καλύτερο συγκρότημα μουσικής όλων των εποχών αυτό είναι αλήθεια όχι γιατί έγραψαν το OK Computer αλλά γιατί ακολούθησε το Kid A.



ΥΓ: Ρε λέτε να έρθουν τελικά;  



*http://students.ceid.upatras.gr/~kakaletr/athenslive/athenslive1.htm
**Κριτική στο MOJO
***Κριτική του Βρετανού συγγραφέα Νικ Χόρνμπυ (High Fidelity, About A Boy) στο New Yorker
****Κριτική στο Melody Maker

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

No? | Ουρανός Μολύβι του Λόλεκ

- Κανέναν Έλληνα μουσικό δεν άκουσες φέτος πέρυσι ρε Άτριχε;
- Μπα, δεν μπορούσα να βγάλω από τα αυτιά μου τον περσινό προπέρσινο δίσκο του Μπάμπη και στο metadeftero.gr μου το θύμιζαν συνέχεια.
- Μα ούτε έναν;! The boy ή κάτι τέτοιο; Κώστας Μακεδόνας; Μποφίλιου; Χαρούλης έστω;
- Ναι, εντάξει μην συνεχίζεις. Θυμήθηκα.




Εκείνη η εβδομάδα στο Half Note με τον Ματ Έλλιοτ σαν να τον απελευθέρωσε. Ο πρώτος του δίσκος (Alone, 2009) ήταν λίγο [...] Songs με εκείνο το μοναδικό τραγούδι που ακούγαμε συνέχεια και μας θύμιζε Ματ (Have you noticed?). Οι συναυλίες με τον Ματ Έλλιοτ ήταν κάτι φυσικό εκείνη την στιγμή αλλά δεν υπήρχε σύγκριση μεταξύ τους. Ο Αχινός όμως ήταν ήδη στα σκαριά και έπαιζε ήδη κομμάτια στο Half Note. Όμως συνέχεια διαβάζεις για τον Ματ Έλλιοτ ότι η μουσική του έχει κάτι το βαλκανικό- εγώ δεν το είδα ποτέ. Αλλά ο Λόλεκ είναι βαλκάνιος ρε γαμώτο! Δεν μπορεί, δεν πρέπει να παίζει αυτή την "μαύρη απελπισία" του Μπριστολέζου-που-έγινε-Παριζιάνος Ματ. 

Η πρώτη αλλαγή που έκανε ο Λόλεκ και φάνηκε τελικά ότι ήταν και η πιο φυσική κατάληξη, ήταν αλλαγή γλώσσας στον στίχο από αγγλικά σε ελληνικά. Στον Αχινό ο Λόλεκ ξεσπάει σε μια άνευ προηγουμένου και άνευ όρων απελπιστική (ακόμα) προσπάθεια να ακουστεί η διαφορετική φωνή του και το αποτέλεσμα είναι πρωτόλειο, γυμνό από λεπτομέρειες, φιοριτούρες, φρου φρου και αρώματα. 

Τώρα σύμφωνα με τον ίδιο (ή την εταιρεία του):
Ο ήχος της καινούριας του δουλειάς είναι ηλεκτρισμένος ρεμπέτικος και η μουσική κινείται ανάμεσα στο πανκ, το ροκ και τον άνευ ορίων ήχο του μπουζουκιού.
Η μουσική του λοιπόν γίνεται πιο σοβαρή. Η σύνθεση (χρησιμοποιώ την δεύτερη έννοια της λέξης, 'fusion' δηλαδή) του ηλεκτρικού ροκ ήχου με το ρεμπέτικο ή το λαϊκό αν προτιμάτε δεν είναι έυκολη υπόθεση για κανέναν. Πόσο μάλλον για τον Λόλεκ τον οποίο οι περισσότεροι δεν έχουν σε καμία εκτίμηση μουσικά και στιχουργικά. Αλλά εγώ δεν μπορώ να μην υποκλιθώ στον μουσικό που έγραψε το 'Μάρκος' για τον Βαμβακάρη, ένα ροκ τραγούδι με το πιο ηλεκτρισμένο μπουζούκι που έχω ακούσει ποτέ,  το χορευτικό ροκ-φανκ-τσιφτετέλι 'Καφτάνι' ή το εκπληκτικό 'Ουρανός μολύβι' που συνεχίζω συχνά να σιγοτραγουδάω έναν χρόνο μετά και να αισθάνομαι το βάδισμα μου να γίνεται λίγο πιο χαρούμενο.


Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

No6 (?)* | Ones and Sixes by Low

Πριν γράψω οτιδήποτε παρακαλώ ακούστε το Νο Comprende στο βίντεο που ακολουθεί**:



Τώρα που έχετε ακούσει το καλύτερο ίσως κομμάτι του δίσκου μπορώ να συνεχίσω.

Πριν μερικούς μήνες, όταν αγόρασα εισιτήρια για την συναυλία των Low στο Fuzz τους μπέρδεψα με τους Hood! Σχεδόν καμία ομοιότητα φυσικά. Αλλά είχα τόσο πολύ ξεχάσει τους Low που δεν μπορούσα με τίποτα να τους ταυτοποιήσω στο μυαλό μου. Ώσπου άκουσα μερικές νότες από τα πιο γνωστά τους τραγούδια και με έβαλαν στην θέση μου. Όπως έκαναν και στο λάιβ όπου έπαιξαν σχεδόν τέλεια παλιά και νέα τραγούδια τους μαγεύοντας το κοινό με τον συγκλονιστικά καθαρό ήχο τους και τις σλόουκορ συνθέσεις τους, παρά την γκρίνια του Φαντασμένιου.

Ακούσαμε λίγες ακόμα μέρες τις παλιές μας αγάπες, νοσταλγήσαμε τα υγρά (από την υγρασία της πόλης και το αλκοόλ) νεανικά μας βράδια όταν μαθαίναμε για πρώτη φορά την μουσική που ακούμε ακόμα και σήμερα και μετά λησμονήσαμε για ακόμα μια φορά. Είναι η μοίρα άραγε των αγαπημένων μας μουσικών η λησμονιά ανάμεσα σε δίσκους, λάιβ, αποχωρήσεις και επανασυνδέσεις ή ακόμα ακόμα κάποιες βραδιές σε μπαρ που ο ντι τζέυ θυμάται το κάποτε (ή παντοτινά) αγαπημένο μας τραγούδι; Σίγουρα ναι. Η μνήμη ξυπνάει με ερεθίσματα, εξωτερικά και εσωτερικά. Είχα έναν φίλο που ξέθαβε μουσικές και μουσικούς που είχαν εκδιωχθεί από την μνήμη ή δεν είχαν συναντηθεί ποτέ με εκείνο το μέρος του εγκεφάλου μας και αγαπούσα να κάθομαι απέναντι από τα ηχεία του και να τον βλέπω να κατεβάζει την βελόνα και να μου λέει "άκου". Αλλά δεν θέλω να γράψω κάτι άλλο σήμερα -κάποια άλλη φορά θα σας μιλήσω και γι' αυτόν.



To Ones & Sixes είναι ακριβώς αυτό το ερέθισμα που ξυπνάει το κομμάτι εκείνο της μνήμης και επαναφέρει τους Low στο προσκήνιο. Θα το ακούω για πολύ καιρό ακόμα γιατί το αξίζει. Αλλά μπορούν οι Low να μην λησμονηθούν;

~~~

*Δεν είμαι σίγουρος πια για την σειρά των δίσκων. Συγχωρήστε με που τους αρίθμησα εξαρχής -έτσι κι αλλιώς αλλάζω προτίμηση ανάλογα με τις συνθήκες στις οποίες τους ακούω.  

**Ζητήθηκε από φίλη να έχουμε ακούσει πρώτα την μουσική πριν διαβάσουμε τι έχω να γράψω. Καλώς. Συμμορφώνομαι. Αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να διαβάσετε τις αρλούμπες μου.


Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

No5 | Pond by Huntsville

Πρόκειται για νορβηγικό συγκρότημα που παίζει πειραματική τζαζ-φολκ μουσική. Οι μόνοι άλλοι νορβηγοί μουσικοί που ξέρω είναι οι Jaga Jazzist της Ninjatune και ο Audun Kleive τον οποίο ψάρεψα από ένα παζάρι του Βερολίνου χρόνια πριν και ο οποίος μίξαρε ανάποδα τα κομμάτια του.



Μην απογοητεύεστε η μουσική των Huntsville είναι το ίδιο απαιτητική με του Kleive ή του Nobukazu Takemura. Μπορεί η σύνθεση κιθάρα, μπάσο, κρουστά να ακούγεται μπανάλ αλλά εδώ ακριβώς θα πρέπει να κοιτάξετε πέρα από την επιφάνεια. O Ivar Grydeland και ο Tonny Kluften εκτός από κάθε είδους κιθάρες και μπάσα παίζουν και various instruments... Ενώ ο τρίτος της μουσικής παρέας, ο Ingar Zach μαζί με τα κρουστά παίζει λέει και κάτι περίεργα πράγματα όπως sarangi box, sruti box και drone commander (αυτό το τελευταίο το θέλω!)
Αν με ρωτάγατε μετά από όλα αυτά θα έλεγα ότι οι τύποι παίζουν κάτι μεταξύ big band jazz funk με αφρικάνικους και λατινοαμερικάνικους ρυθμούς. Αλλά η μουσική των Huntsville, ειδικά στο Pond είναι τόσο μίνιμαλ που πρέπει να αφιερώσεις χρόνο συγκεντρωμένος μόνο σε αυτή για να μην καταντήσει background noise. Και αυτό ακριβώς κάνω εδώ και μήνες από τότε που τους άκουσα στις Μουσικές Ανασκοπήσεις του radiobubble.gr. Δεν υπάρχουν γεμάτες συνθέσεις και στοιβαρά ριφ αλλά επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί για πολλά λεπτά και μερικές μακριές στιγμές σχεδόν ησυχίας. Οι κιθάρες όταν δεν ξυπνάνε από τον λήθαργο του επαναλαμβανόμενου βόμβου βρίσκονται διακριτικά στο περιθώριο ενώ τα κρουστά -όποια και να είναι- δημιουργούν το κύριο σώμα του δίσκου.
Δεν είναι εύκολοι οι Huntsville γι' αυτό και δεν θα δείτε το Pond σε πολλές λίστες καμία λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς. Αλλά αν έχετε το χρόνο να καθήσετε σε μία πολυθρόνα με τα ηχεία μπροστά σας -δεξιά και αριστερά- χωρίς άλλη απόσπαση ε, τότε θα σας αιχμαλωτίσουν.

ΥΓ: Αξίζει να αναζητήσετε και τις σόλο δουλειές των μελών...

ΥΓ2: Καθώς ολοκλήρωνα τα παραπάνω πέφτω ως εκ θαύματος στο παρακάτω βίντεο. Συναυλία των Huntsville στην Αθήνα με τον Νίκο Βελιώτη στα ...live video


Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

No4 | White men are black men too by Young Fathers

Υπήρχε μία περίοδος της ζωής μας που πηγαίναμε στα κλαμπζ και χορεύαμε σαν μανιακοί (κυριολεκτικά) τραγούδια περασμένων χρόνων και δεκαετιών ανεξαρτήτου είδους μουσικής. Αλλά χορεύαμε ρε φίλε! Τέκνο, ίντυ, ποστ-πανκ, ποπ, Μάνο Νέγρα, ελληνικό ροκ και τα λοιπά και τα λοιπά. Ποιος θα ξεχάσει τα τρελά πάρτι αποκριάς στο Μαντζάτο; Πότε θα ξαναπώ για τις απίστευτες βραδιές στην Πύλη;

Πάλι τον έπιασε η νοσταλγία τον παλιοπαγουρά θα πείτε κουνώντας το κεφάλι επιτιμητικά. Τι σχέση έχουν οι Young Fathers;


Όταν πρωτοάκουσα για αυτούς τρία πράγματα με ώθησαν να τους δώσω σημασία: 1. Είναι Σκοτσέζοι, 2. Επιρροές από χιπ χοπ, 3. Δίσκος της χρονιάς (;).

Τελικά και μετά από μήνες ακρόασης έμεινε ένα πράγμα. Θέλω πολύ να πάω σε ένα μπαρ/κλαμπ και ο ντι τζέυ να μου βάλει το Shame να χορεύω όπως παλιά. Πολλά ζητάω;


Όσο για το απίστευτα Γλασκοβέζικο βίντεο κλιπ του τραγουδιού τα λόγια περιττεύουν...

Που θα βρούμε Τσίπουρο, βερσιόν 2

Πως τα φέρνει καμιά φορά η τύχη!
Από την αρχή της χρονιάς είχα αποφασίσει να γράφω για τους αγαπημένους μου δίσκους μόλις κυκλοφορούν και είχα πολλές ευκαιρίες: Οι Tortoise, ο David Bowie, οι Tindersticks και οι Massive Attack κυκλοφόρησαν νωρίς νωρίς τρεις υπέροχους δίσκους που άνοιξαν το 2016 με τον καλύτερο τρόπο. Ακολούθησαν λιγότερο γνωστά ονόματα όπως οι Venetian Snares (με το Traditional Synthesizer music) που με έκαναν να νιώσω λίγο 90ιζ ξανά με το σινθ-τέκνο τους, ο Matt Elliott (κλασικά) με το ολοκαίνουριο The Calm before που δεν μπορεί παρά να προστεθεί στην δισκοθήκη μου μόλις αποκτήσω κανά φράγκο και το εκπληκτικό τρίο-έκπληξη Gogo Penguin με το Μan made object -αν και ξεκινήσαμε να τους ακόυμε με το v2.0.

Τελικά για τίποτα από αυτά δεν έγραψα. Και εδώ και μερικές μέρες που σαν οδοστρωτήρας πέσανε πάνω μας να μας φάνε τα λεφτά οι εταιρείες συναυλιών με τους Tindersticks στην Στέγη, τον Matt Elliott κάπου και τους Sigur Rós στην Πλατεία Νερού (δάκρυα κυλάνε στα ματάκια μας όταν σκεφτόμαστε ότι η 13η Ιουνίου είναι μόλις 3 μήνες μακριά) με βασανίζει μία επιθυμία να γράψω το Που θα βρούμε Τσίπουρο βερσιόν 2.



Που θα βρούμε λοιπόν Τσίπουρο αγαπητοί τσιπουροσύντροφοι;

Αλλά πριν σας δώσω ονόματα και διευθύνσεις παρόνομων τσιπουροπαραγωγών μία συγκινητική ιστορία:

Κάπου μέσα στο 2000 ένας 22χρονος φοιτητής ψάχνει απεγνωσμένα να βρει εισιτήριο και παρέα για την συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος. Ο κόσμος έχει παραλύσει. Έρχονται. Έρχονται στην Αθήνα. Το εισιτήριο του πρώην μακρυμάλλη φοιτητή είναι εξασφαλισμένο από τις οικονομίες του χαρτζηλικίου του και δεν μπορεί κανείς να του το στερήσει. Η παρέα του είναι αμφίβολη: Μία βέρα Πετροπουλιώτισσα, ερωμένη του Eddie Vedder αλλά και του Thurston Moore θα τον ακολουθήσει μέχρι τον Λυκαβηττό χωρίς εισιτήριο.

Το θέατρο του Λυκαβηττού είναι φίλοι μου ο καλύτερος συναυλιακός χώρος στην Ελλάδα ever! Το ξέρω ότι κλαίτε μερικοί που έκλεισε το Ρόδον, το ξέρω ότι η DiDi έχει φτιάξει την σούπερ φυλακ- συγνώμη το σούπερ υποτίθεται συναυλιακό χώρο στην Μαλακάσα αλλά νοσταλγήστε απλά ότι έχετε δει στον Λυκαβηττό. Από μέσα ή και από τα βραχάκια.

Και εκεί λοιπόν μπαίνω με την εισιτηριάρα μου (μπαίνει ξεχωριστά δυστυχώς και η grunge Πετροπουλιώτισσα) και πιάνω την θέση μου μπροστά ακριβώς από τον Johnny Greenwood. Το θέατρο γεμάτο με κόσμο, μπροστά από την σκηνή, στα καθίσματα αλλά και τα βραχάκια. Την συναυλία ανοίγουν οι Clinic συμπαθητικό σαπόρτ που διάλεξε το ίδιο το συγκρότημα του πόθου μου. Μας ζεσταίνουν μια χαρά αλλά εμείς είμαστε ορκισμένοι στο Μαύρο Αστέρι.

23/6/2000*. Πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε ο καλύτερος δίσκος όλων των εποχών. ΟΚ Computer. Σε 4 μήνες θα κυκλοφορήσει ο επόμενος από τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών. Kid A. Στα μουσικά περιοδικά και σάιτ θα γίνει χαμός. Ανάμεσα στους φαν αμηχανία αλλά και καμιά φορά οργή. Πώς να ακολουθήσεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών; Πώς να υποφέρεις όλες αυτές τις μπάντες που παίζουν σαν τους Radiohead;

“upon first listen, Kid A is just awful ... Too often it sounds like the fragments that they began the writing process with – a loop, a riff, a mumbled line of text, have been set in concrete and had other, lesser ideas piled on top.”**

“The album is morbid proof that this sort of self-indulgence results in a weird kind of anonymity rather that something distinctive and original.”***

“[the album is] tubby, ostentatious, self-congratulatory, look-ma-I-can-suck-my-own-cock whiny old rubbish ...”****

Η απάντηση στα ερωτήματα είναι ότι για να μπορείς να σταθείς όρθιος μετά τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών θα πρέπει να γράψεις τον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2 ο οποίος απλά θα είναι τελείως διαφορετικός από τον #1. You did it! Και μετά -αν τολμάς- κυκλοφόρησε άλλον έναν δίσκο με τα τραγούδια που “δεν χώρεσαν” στον καλύτερο δίσκο όλων των εποχών #2!!!

Εκείνο το θερινό βραδάκι στον λόφο πάνω από την αγαπημένη μου Αθήνα, περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το συγκρότημα ΜΟΥ, τους Radiohead ΜΟΥ, τα τραγούδια ΜΟΥ. Περίμενα να κλάψω στο άκουσμα έστω μιας νότας από το Black Star. Και του το φώναξα αλλά δεν με άκουσε ή με αγνόησε απλά. Γιατί εκείνη την ημέρα ήταν Βασιλιάς, Αυτοκράτορας, Θεός πάνω μου. Και ξεκίνησε με το Optimistic που δεν το ήξερα. Και συνέχισε με άλλα τραγούδια που τα άκουγα πρώτη φορά, που δεν ήταν τα τραγούδια ΜΟΥ! Κάποια στιγμή μπήκε βουίζοντας, δονούμενο το National Anthem. Και τότε κατάλαβα! Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησα την πραγματικότητα. Μάλλον έκλαιγα σε όλη την διάρκεια του τραγουδιού. Και ο Johnny με κοίταγε με κατανόηση και μου έκλεισε το μάτι. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι γύρω μου δεν κατάλαβαν. Φώναζαν να παίξει το Creep. “Out of the question” είπε ο Thom; Ούτε Μαύρο Αστέρι. Αλλά όχι για περίμενε. Τι είναι αυτό; Ποιός; Τι; Φαντάσματα αλόγων; Τι είπες; Πώς να εξαφανιστώ τελείως και να μην βρεθώ ποτέ;

Φήμες λένε ότι εκείνη η συναυλία ήταν η καλύτερη όλων των εποχών. Εγώ τις ξεκίνησα αυτές τις φήμες. Ανάμεσα στα καινούρια τραγούδια του Kid A και του Amnesiac δεν υπήρχε χώρος για το παλιό. Οι Radiohead πέθαναν και αναστήθηκαν ακριβώς όπως ο παπαγάλος που έπεσε στην καυτή σούπα σε εκείνο τον όμορφο βραζιλιάνικο μύθο που διηγείται ο Εδουάρδο Γκαλεάνο σε κάποιο από τα βιβλία του. Και αν είναι σήμερα το καλύτερο συγκρότημα μουσικής όλων των εποχών αυτό είναι αλήθεια όχι γιατί έγραψαν το OK Computer αλλά γιατί ακολούθησε το Kid A.



ΥΓ: Ρε λέτε να έρθουν τελικά;  



*http://students.ceid.upatras.gr/~kakaletr/athenslive/athenslive1.htm
**Κριτική στο MOJO
***Κριτική του Βρετανού συγγραφέα Νικ Χόρνμπυ (High Fidelity, About A Boy) στο New Yorker
****Κριτική στο Melody Maker

No? | Ουρανός Μολύβι του Λόλεκ

- Κανέναν Έλληνα μουσικό δεν άκουσες φέτος πέρυσι ρε Άτριχε;
- Μπα, δεν μπορούσα να βγάλω από τα αυτιά μου τον περσινό προπέρσινο δίσκο του Μπάμπη και στο metadeftero.gr μου το θύμιζαν συνέχεια.
- Μα ούτε έναν;! The boy ή κάτι τέτοιο; Κώστας Μακεδόνας; Μποφίλιου; Χαρούλης έστω;
- Ναι, εντάξει μην συνεχίζεις. Θυμήθηκα.




Εκείνη η εβδομάδα στο Half Note με τον Ματ Έλλιοτ σαν να τον απελευθέρωσε. Ο πρώτος του δίσκος (Alone, 2009) ήταν λίγο [...] Songs με εκείνο το μοναδικό τραγούδι που ακούγαμε συνέχεια και μας θύμιζε Ματ (Have you noticed?). Οι συναυλίες με τον Ματ Έλλιοτ ήταν κάτι φυσικό εκείνη την στιγμή αλλά δεν υπήρχε σύγκριση μεταξύ τους. Ο Αχινός όμως ήταν ήδη στα σκαριά και έπαιζε ήδη κομμάτια στο Half Note. Όμως συνέχεια διαβάζεις για τον Ματ Έλλιοτ ότι η μουσική του έχει κάτι το βαλκανικό- εγώ δεν το είδα ποτέ. Αλλά ο Λόλεκ είναι βαλκάνιος ρε γαμώτο! Δεν μπορεί, δεν πρέπει να παίζει αυτή την "μαύρη απελπισία" του Μπριστολέζου-που-έγινε-Παριζιάνος Ματ. 

Η πρώτη αλλαγή που έκανε ο Λόλεκ και φάνηκε τελικά ότι ήταν και η πιο φυσική κατάληξη, ήταν αλλαγή γλώσσας στον στίχο από αγγλικά σε ελληνικά. Στον Αχινό ο Λόλεκ ξεσπάει σε μια άνευ προηγουμένου και άνευ όρων απελπιστική (ακόμα) προσπάθεια να ακουστεί η διαφορετική φωνή του και το αποτέλεσμα είναι πρωτόλειο, γυμνό από λεπτομέρειες, φιοριτούρες, φρου φρου και αρώματα. 

Τώρα σύμφωνα με τον ίδιο (ή την εταιρεία του):
Ο ήχος της καινούριας του δουλειάς είναι ηλεκτρισμένος ρεμπέτικος και η μουσική κινείται ανάμεσα στο πανκ, το ροκ και τον άνευ ορίων ήχο του μπουζουκιού.
Η μουσική του λοιπόν γίνεται πιο σοβαρή. Η σύνθεση (χρησιμοποιώ την δεύτερη έννοια της λέξης, 'fusion' δηλαδή) του ηλεκτρικού ροκ ήχου με το ρεμπέτικο ή το λαϊκό αν προτιμάτε δεν είναι έυκολη υπόθεση για κανέναν. Πόσο μάλλον για τον Λόλεκ τον οποίο οι περισσότεροι δεν έχουν σε καμία εκτίμηση μουσικά και στιχουργικά. Αλλά εγώ δεν μπορώ να μην υποκλιθώ στον μουσικό που έγραψε το 'Μάρκος' για τον Βαμβακάρη, ένα ροκ τραγούδι με το πιο ηλεκτρισμένο μπουζούκι που έχω ακούσει ποτέ,  το χορευτικό ροκ-φανκ-τσιφτετέλι 'Καφτάνι' ή το εκπληκτικό 'Ουρανός μολύβι' που συνεχίζω συχνά να σιγοτραγουδάω έναν χρόνο μετά και να αισθάνομαι το βάδισμα μου να γίνεται λίγο πιο χαρούμενο.


No6 (?)* | Ones and Sixes by Low

Πριν γράψω οτιδήποτε παρακαλώ ακούστε το Νο Comprende στο βίντεο που ακολουθεί**:



Τώρα που έχετε ακούσει το καλύτερο ίσως κομμάτι του δίσκου μπορώ να συνεχίσω.

Πριν μερικούς μήνες, όταν αγόρασα εισιτήρια για την συναυλία των Low στο Fuzz τους μπέρδεψα με τους Hood! Σχεδόν καμία ομοιότητα φυσικά. Αλλά είχα τόσο πολύ ξεχάσει τους Low που δεν μπορούσα με τίποτα να τους ταυτοποιήσω στο μυαλό μου. Ώσπου άκουσα μερικές νότες από τα πιο γνωστά τους τραγούδια και με έβαλαν στην θέση μου. Όπως έκαναν και στο λάιβ όπου έπαιξαν σχεδόν τέλεια παλιά και νέα τραγούδια τους μαγεύοντας το κοινό με τον συγκλονιστικά καθαρό ήχο τους και τις σλόουκορ συνθέσεις τους, παρά την γκρίνια του Φαντασμένιου.

Ακούσαμε λίγες ακόμα μέρες τις παλιές μας αγάπες, νοσταλγήσαμε τα υγρά (από την υγρασία της πόλης και το αλκοόλ) νεανικά μας βράδια όταν μαθαίναμε για πρώτη φορά την μουσική που ακούμε ακόμα και σήμερα και μετά λησμονήσαμε για ακόμα μια φορά. Είναι η μοίρα άραγε των αγαπημένων μας μουσικών η λησμονιά ανάμεσα σε δίσκους, λάιβ, αποχωρήσεις και επανασυνδέσεις ή ακόμα ακόμα κάποιες βραδιές σε μπαρ που ο ντι τζέυ θυμάται το κάποτε (ή παντοτινά) αγαπημένο μας τραγούδι; Σίγουρα ναι. Η μνήμη ξυπνάει με ερεθίσματα, εξωτερικά και εσωτερικά. Είχα έναν φίλο που ξέθαβε μουσικές και μουσικούς που είχαν εκδιωχθεί από την μνήμη ή δεν είχαν συναντηθεί ποτέ με εκείνο το μέρος του εγκεφάλου μας και αγαπούσα να κάθομαι απέναντι από τα ηχεία του και να τον βλέπω να κατεβάζει την βελόνα και να μου λέει "άκου". Αλλά δεν θέλω να γράψω κάτι άλλο σήμερα -κάποια άλλη φορά θα σας μιλήσω και γι' αυτόν.



To Ones & Sixes είναι ακριβώς αυτό το ερέθισμα που ξυπνάει το κομμάτι εκείνο της μνήμης και επαναφέρει τους Low στο προσκήνιο. Θα το ακούω για πολύ καιρό ακόμα γιατί το αξίζει. Αλλά μπορούν οι Low να μην λησμονηθούν;

~~~

*Δεν είμαι σίγουρος πια για την σειρά των δίσκων. Συγχωρήστε με που τους αρίθμησα εξαρχής -έτσι κι αλλιώς αλλάζω προτίμηση ανάλογα με τις συνθήκες στις οποίες τους ακούω.  

**Ζητήθηκε από φίλη να έχουμε ακούσει πρώτα την μουσική πριν διαβάσουμε τι έχω να γράψω. Καλώς. Συμμορφώνομαι. Αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να διαβάσετε τις αρλούμπες μου.


No5 | Pond by Huntsville

Πρόκειται για νορβηγικό συγκρότημα που παίζει πειραματική τζαζ-φολκ μουσική. Οι μόνοι άλλοι νορβηγοί μουσικοί που ξέρω είναι οι Jaga Jazzist της Ninjatune και ο Audun Kleive τον οποίο ψάρεψα από ένα παζάρι του Βερολίνου χρόνια πριν και ο οποίος μίξαρε ανάποδα τα κομμάτια του.



Μην απογοητεύεστε η μουσική των Huntsville είναι το ίδιο απαιτητική με του Kleive ή του Nobukazu Takemura. Μπορεί η σύνθεση κιθάρα, μπάσο, κρουστά να ακούγεται μπανάλ αλλά εδώ ακριβώς θα πρέπει να κοιτάξετε πέρα από την επιφάνεια. O Ivar Grydeland και ο Tonny Kluften εκτός από κάθε είδους κιθάρες και μπάσα παίζουν και various instruments... Ενώ ο τρίτος της μουσικής παρέας, ο Ingar Zach μαζί με τα κρουστά παίζει λέει και κάτι περίεργα πράγματα όπως sarangi box, sruti box και drone commander (αυτό το τελευταίο το θέλω!)
Αν με ρωτάγατε μετά από όλα αυτά θα έλεγα ότι οι τύποι παίζουν κάτι μεταξύ big band jazz funk με αφρικάνικους και λατινοαμερικάνικους ρυθμούς. Αλλά η μουσική των Huntsville, ειδικά στο Pond είναι τόσο μίνιμαλ που πρέπει να αφιερώσεις χρόνο συγκεντρωμένος μόνο σε αυτή για να μην καταντήσει background noise. Και αυτό ακριβώς κάνω εδώ και μήνες από τότε που τους άκουσα στις Μουσικές Ανασκοπήσεις του radiobubble.gr. Δεν υπάρχουν γεμάτες συνθέσεις και στοιβαρά ριφ αλλά επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί για πολλά λεπτά και μερικές μακριές στιγμές σχεδόν ησυχίας. Οι κιθάρες όταν δεν ξυπνάνε από τον λήθαργο του επαναλαμβανόμενου βόμβου βρίσκονται διακριτικά στο περιθώριο ενώ τα κρουστά -όποια και να είναι- δημιουργούν το κύριο σώμα του δίσκου.
Δεν είναι εύκολοι οι Huntsville γι' αυτό και δεν θα δείτε το Pond σε πολλές λίστες καμία λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς. Αλλά αν έχετε το χρόνο να καθήσετε σε μία πολυθρόνα με τα ηχεία μπροστά σας -δεξιά και αριστερά- χωρίς άλλη απόσπαση ε, τότε θα σας αιχμαλωτίσουν.

ΥΓ: Αξίζει να αναζητήσετε και τις σόλο δουλειές των μελών...

ΥΓ2: Καθώς ολοκλήρωνα τα παραπάνω πέφτω ως εκ θαύματος στο παρακάτω βίντεο. Συναυλία των Huntsville στην Αθήνα με τον Νίκο Βελιώτη στα ...live video


No4 | White men are black men too by Young Fathers

Υπήρχε μία περίοδος της ζωής μας που πηγαίναμε στα κλαμπζ και χορεύαμε σαν μανιακοί (κυριολεκτικά) τραγούδια περασμένων χρόνων και δεκαετιών ανεξαρτήτου είδους μουσικής. Αλλά χορεύαμε ρε φίλε! Τέκνο, ίντυ, ποστ-πανκ, ποπ, Μάνο Νέγρα, ελληνικό ροκ και τα λοιπά και τα λοιπά. Ποιος θα ξεχάσει τα τρελά πάρτι αποκριάς στο Μαντζάτο; Πότε θα ξαναπώ για τις απίστευτες βραδιές στην Πύλη;

Πάλι τον έπιασε η νοσταλγία τον παλιοπαγουρά θα πείτε κουνώντας το κεφάλι επιτιμητικά. Τι σχέση έχουν οι Young Fathers;


Όταν πρωτοάκουσα για αυτούς τρία πράγματα με ώθησαν να τους δώσω σημασία: 1. Είναι Σκοτσέζοι, 2. Επιρροές από χιπ χοπ, 3. Δίσκος της χρονιάς (;).

Τελικά και μετά από μήνες ακρόασης έμεινε ένα πράγμα. Θέλω πολύ να πάω σε ένα μπαρ/κλαμπ και ο ντι τζέυ να μου βάλει το Shame να χορεύω όπως παλιά. Πολλά ζητάω;


Όσο για το απίστευτα Γλασκοβέζικο βίντεο κλιπ του τραγουδιού τα λόγια περιττεύουν...