Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Jessica Moss | Under Plastic Island + Pools of Light

Όταν έπαιρνα στα χέρια μου το χαρτονένιο δισκάκι με τον κωδικό CST005 νόμιζα ότι ήμουν μέλος της καλύτερης περιόδου της Constellation. Και ήταν απλά ο πρώτος της χρόνος. Το CST008 θα το ανακαλύψω μετά το CST012, το οποίο - λένε - ότι είναι και το καλύτερο της, το CST009 θα το δανείσω σε έναν φίλο ο οποίος θα μου το επιστρέψει κλαίγοντας και με το CST010 θα φτάσω σε κορύφωση ξανά και ξανά και ξανά.

Φτάσαμε όμως αισίως στο 138 και ομολογουμένως η Constellation διανύει μια από τις καλύτερες περιόδους της μικρής ζωής της.

Τι μας λέει τώρα ο Άτριχος ρε, γιατί δεν ξεκινάει μια από αυτές τις αυτόματες γραφές του, που ηρωποιεί τα συγκροτήματα που ακούει ζωντανά, κιθάρες να ουρλιάζουν, ντράμερ να παίζει παπάδες, δύο ντράμερ να παίζουν παπάδες, ζευγαράκια να χαμουρεύονται μπροστά του, ο Τάσος να ανεβαίνει τα Μετέωρα ακούγοντάς το the precipice, ο Γιάννης μπροστά του, ο Θανάσης πίσω του, όπα όπα!

 Ας μιλήσουμε καλύτερα για την Jessica Moss. Η βιολίστρια από τον Καναδά έχει παίξει στους A silver mt zion (από το 2001), με τους Arcade Fire (στο Funeral), τον Eric Chenaux, την Carla Bozulich (στο εξαιρετικό Evangelista του 2006), τον Vic Chesnutt, τους Broken Social Scene και τέλος, είναι ιδρυτικό μέλος των Black Ox Orkestra. Όχι και άσχημα! Επίσης έχει ένα παιδί με τον Efrim. Άσχετο εντελώς αλλά ρομαντικό…

Η Jessica Moss έχει - πλέον - και τρεις προσωπικούς δίσκους. Την κασέτα Under Plastic Island (2015) το Pools of Light (2017) και το Entanglement (2018) που μόλις κυκλοφόρησε. Η ίδια έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις της ότι ποτέ δεν παίζει κάτι γραμμένο από πριν, μπαίνει στο στούντιο και αυτοσχεδιάζει τα πάντα.[1] Επίσης κάθε δίσκος της είναι μια ιστορία, κρύβει ένα (μάλλον) αυτοβιογραφικό αφήγημα. Έτσι η κασέτα Under Plastic Island που περιέχει δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια είναι ένας στοχασμός της βιολίστριας πάνω στο πλαστικό νησί σκουπιδιών στην μέση των ωκεανών[2] που το εμπνεύστηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης!
Δύο χρόνια μετά ακολούθησε το εξαιρετικό Pools of light - που ακούω μανιωδώς τώρα - επίσης με δύο μέρη, το Entire populations και το Glaciers. Η Jessica για να ηχογραφήσει χρησιμοποιεί το βιολί της, διάφορα πετάλια και τρεις ενισχυτές.[2] Το αποτέλεσμα, στα δικά μου αυτιά, είναι άμπιεντ με μικρές δόσεις ποστ ροκ καναδέζικου - αυτό που θέλω να πω είναι ότι στους προσωπικούς της δίσκους φαίνεται η επιρροή της στην μουσική σκηνή του Μόντρεαλ, ή το αντίστροφο. Δεν βρήκα πουθενά το θέμα του συγκεκριμένου δίσκου γραμμένο και αυτό έκανε την ακρόαση του δίσκου φανταστική. Επειδή οι εικόνες και τα συναισθήματα, έρχονται μόνα τους, είναι δικά μου. Ο δίσκος ξεκινάει με μια μελωδία στο βιολί που μου θυμίζει ανατολή. Καθώς μπαίνουν τα υπόλοιπα βολιά με διαφορά πετάλια και προχώρα ο δίσκος, ένα αίσθημα κενού και αισιοδοξίας ταυτόχρονα με κατακλύζει. Ακούγοντας το Glaciers pt. 4 φαντάστηκα αυτόματα ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός είχε εκλείψει με πάταγο, χάρη στην εκδικητική προστατευτική μανία της φύσης. Όμως το pt. 4 δεν είναι ένα θλιμμένο κομμάτι -αντιθέτως ακούγεται σαν να είναι ήχοι της μάνας γης που γιορτάζει σεμνά πάνω στο κουφάρι του χειρότερου εχθρού της. Ακόμα και αν είσαι (που είμαι) αυτός ο εχθρός δεν μπορείς παρά να γιορτάσεις μαζί με την μητέρα φύση για αυτή της την νίκη, δεν μπορείς παρά να παραδοθείς στην μουσική της Jessica Moss. 

[1] Jessica Moss interview at The Seventh Hex
[2] Jessica's page at Constellation Records


Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

Grails @ Kyttaro, Athens

Κάπου στα αριστερά το Άγιο Τσιπουράκι
Πάντα με προλαβαίνει ο φαντασμένιος στις κριτικές συναυλιών και δεν βρίσκω το χρόνο /τα λόγια /την όρεξη να γράψω τίποτα. Όμως αυτή την φορά δεν πρόλαβε καν να ακούσει το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης και πρέπει να πιεστώ. 9 και τέταρτο έλεγε το πρόγραμμα της διοργανώτριας 9 και δέκα ήμουν έξω από το Κύτταρο. Παρακολούθησα για μερικά λεπτά την συζήτηση μερικών φασέων τύπων που πριν λίγες μέρες είχαν ακούσει κάτι τραγούδια λάιβ στο γιουτούμπι και πείστηκαν να έρθουν. Δεν κατακρίνω κανέναν, άλλωστε την προηγούμενη φορά που είδα την μπάντα (ναι ήμουν σε αυτούς τους 80 στην σφεντόνα) με είχε πείσει ο τζέι μπι μερικές βδομάδες πριν (έχει τον τρόπο του.) Κανένα σαπορτ, μια μπύρα στο χέρι και μπαράκι, τσουπ, στις 9 και είκοσι βγαίνουν οι Grails. Που είναι ο Θανάσης; πουθενά ο Θανάσης! Τα τύμπανα μας χτυπούσαν κατάκαρδα είτε γιατί ήμασταν μπροστά στο αριστερό ηχείο είτε γιατί ο ντράμερ ήταν ο σταρ της βραδιάς (παίζει στους ΟΜ…) Τέλος πάντων δεν τα λες και άσχημα τα τύμπανα των Grails. Η μπάντα πότε έμπαινε με ντουμ, πότε έπαιζε μια ψυχεδελική μπαλάντα των Πινκ Φλόιντ ή πότε στο τσακίρ κέφι ο κιθαρίστας μας χάριζε στιγμές eits. Γενικά το όλο σκηνικό ήταν Tortois-ικό με τις συνεχείς εναλλαγές ύφους και την χαλαρή πολύπλοκότητα των συνθέσεων. Ειδικά όταν ο σταρ ντράμερ των ομ πήρε την κιθάρα και άφησε τα τύμπανα στον μπασίστα (ντάξει οι Tortoise παίζουν και τζαζ). Τελικά το μόνο αρνητικό της βραδιάς ήταν ότι έπαιξαν μια ώρα και κάτι ψιλά, σταμάτησαν δηλαδή όταν αρχίσαμε να ζεσταινόμαστε λίγο. Α ναι και το άλλο αρνητικό ότι παίξανε μερικές μέρες μετά τους gybe. Στο σπίτι ακόμα έπαιζε Πάριος.

Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

ελπιδα+οργη+θλιψη

Άγχος! Άγχος! Μια μπίρα. Στα χέρια. Τσιγάρο. “Μόλις παρκάραμε”. Που είναι ο Θ; Έλα μαλάκα να πιάσουμε θέση. Τι κάνετε; Καλά; Και εσείς για την συναυλία; Άντε να δούμε. Θα παίξουν το στάτικ. Ναι, ρε γαμώτο το στάτικ. Θα το παίξουν. Και αν όχι; Τι; Ε, ας παίξουν κάτι. Ότι θέλουν. Αγχώνομαι. Γιατί; Αγχώνομαι σαν να δίνω ξανά Σύγχρονη Φυσική Ι. Χα χα χα. Πάνε δεκαεπτά χρόνια από τότε! Από πότε; Από την ΣΦ1; Όχι, από το Ρόδον. Αχ ναι! Τότε ήταν καλά. Το κοινό ήταν καλύτερο. Όχι δεν ήταν. Κρατούσαν τα ποτά τους στο χέρι πίσω στο Ρόδον και μιλούσαν ενώ η μπάντα έπαιζε το στορμ! Τότε το μετρόπολις είχε ειδική γωνία ποστ-ροκ. Ο μήνας έβαζε 10 με τόνο στο Υψώστε τα χέρια σας σαν κεραίες στον ουρανό και όλοι πήγανε-πήγαμε να τους δούμε. Αλλά μιλούσαν για άσχετα ενώ έπαιζαν το στάτικ! Πάμε μέσα. Μέσα. Να μπούμε. Άντε προχωράτε θα έχει γεμίσει. Εδώ είμαστε καλά; Καλά είναι. Κέντρο θα ακούμε καλά. Ο ήχος -σκάσε με τον ήχο. Αφού ρε συ πρέπει να δ- δεν με νοιάζει ο ήχος! Θα παίξουν το στάτικ πρώτο. Όχι. όχι, δεν θα το παίξουν. Δεν πειράζει. Χόουπ, ρε μαλάκες, χόουπ. Ας παίξουν  ότι θέλουν.
Άγχος! Άγχος! Τι παίζει ο τύπος; KGB? Drones? Ωχ με ντρόουν θα μπουν. Όχι. Άκου τον βόμβο.  Στάτικ; όχι όχι ντρόουν. Χόουπ ντρόουν ρε! Πάμε! Ξεκίνησε. Στην υγειά μας. Θ. έφερες τσίπουρο; Ναι! Ναι! Ναι! Ναι! Τι κάνει ο κύριος μπροστά μας; Ε την επόμενη φορά έτσι θα είμαι και εγώ. 50 χρονών στην πρώτη σειρά να ελπίζω ότι θα παίξουν το στάτικ. Χόουπ ρε συ. Χόουπ ρε γαμώτο. Παίξτε το. Νατο! Νάτο! Μπάινει το αλμπάνιαν! Ναι! Ναι! Ναι! Πάει το άγχος! Πάνε όλα. Παίξτε ότι θέλετε. Σας αγαπώ. Χόουπ. Οι κιθάρες σας κυλάνε στις φλέβες μου. Τα τύμπανα σας χτυπούν σαν την  καρδιά μου. Φέρε τσίπουρο. Άναψε τσιγάρο. Αγκάλιασε με. Μπόσιζ χανγκ. Ναι! Τα αυτιά μου μας πονάνε. Σουάνς. Μην με κοιτάς έτσι.
Χάλια ο ήχος. Οι κιθάρες ψηλά. Μπούκωσαν τα μεγάφωνα από τον θυμό του εφριμ του μογια του αινταν. Του νιόνιου, του γιάννη του τάσου του άκη του θανάση. Μπόσιζ χανγκ. Τι γαμάτος τίτλος. Όταν το πρωτοείδα  ευχόμουν να είναι το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει και παίξει ποτέ. Δεν είναι. Είναι η καταιγίδα, το στατικ, η αστυνομία του κόσμου και τα φιλικά πυρά είναι ο θλιμμένος μαφιόζος (αχ βρε ποιος το ονόμασε αυτό) νάτο πάμε κουνηθείτε με τον παραδοσιακό τρόπο τι μελωδία τι θλίψη. Ελπίδα θυμός θλίψη. Χωρίς λόγια. Και τι να πεις; άστο. Πάμε μια τελευταία φορά. 2 ώρες ακριβώς. Πως πέρασαν; αντέχουμε ακόμα 2. Παίξτε κάτι ακόμη. Οτιδήποτε. Ναι αυτό! Ναι! Ναι! Το έχουμε ακούσει σε κάποιο γλέντι γάμου. Το έχουμε χορέψει σε κάποια διαμαρτυρία εκπαιδευτικών στο σύνταγμα. Τι άλλο; τι άλλο; χόουπ+θυμός+θλίψη μαζί όλα.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

NotSoCoolverine

Too cool to be a Mogwai song.
Actually everything points to Mogwai from the start. And in 3 minutes and fucking 40 seconds they have a perfect opportunity. They’ve made us wait for the change, the better part that was coming all along. That’s who Mogwai are. They make you wait and wait and wait until-
Until they come on you full force and they suck your tits with their power and imagination. their guitars and the noise. the noise and the guitars. They keep you waiting up to the minute you cannot wait anymore or-
Or maybe they just explode before you understand and-
And it's too late. You're a Mogwai maniac.
But now 3 minutes and 40 fucking seconds later I expect hell to break loose and it’s only a bit of a nice bass guitar and a quicker rhythm. But Stuart where are the guitars? Seriously now couldn’t you just kick our asses for the remaining 2 and a half minutes?


Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Μαύροι Κύκνοι στην Λιοσίων Νο2

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είναι καλύτερα να βλέπεις λάιβ τα αγαπημένα σου συγκροτήματα μία και μοναδική φορά ή περισσότερες. Και αν η μία φορά δεν είναι η καλή τους μέρα (συμβαίνει συχνά); Αν έχουν κυκλοφορήσει την δισκάρα τους αφού τους είδα εγώ; Αν δεν έρθουν άλλη φορά στην Ελλάδα; Πως ήταν λοιπόν η τρίτη φορά που είδες τους Swans Άτριχε μου Πίθηκε; Ομολογώ ότι αυτό
με τα πολλά ή λίγα λάιβ το σκέφτομαι από τότε που είδα δεύτερη φορά τους Swans και τώρα που τους άκουσα ξανά στο Gagarin η σκέψη επανήλθε πιο έντονη. Γιατί όταν πρωτοακούσαμε για τον Michael Gira και την παρέα του, όταν ευλαβικά ακούγαμε το The Seer και αυνανιζόμασταν σε κάθε αυλάκι του βινυλίου, όταν τελικά μάθαμε ότι θα έρθουν στο Fuzz στην Πειραιώς και πήραμε και τα εισιτηριάκια μας, ήμασταν ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένοι και λίγο τρομαγμένοι, ή καλύτερα λίγο ανίδεοι. Βλέπετε δεν τους ξέραμε και από πριν, δεν είχαμε ξανακούσει, δεν είχαμε μάθει κάτι για αυτούς τόσα χρόνια που μεσουρανούσαν γαμούσαν στο ποστ-πανκ σύμπαν. Πήγαμε στην συναυλία τρομαγμένοι από τις φήμες (εντελώς αληθινές) ότι η ένταση του ήχου στις εμφανίσεις ήταν εκκωφαντική, φτάσαμε στον Ταύρο γνωρίζοντας μόνο το The Seer και κάνένα ακόμα κομμάτι από την παλιά εποχή.
Αλλά τελικά δεν έχουν σημασία οι φήμες και το επίπεδο γνώσης με μία τέτοια μπάντα που που βγαίνει στην σκηνή σαν τους Sonic Youth (θυμαστε εκείνη την εφιαλτική βραδιά στην Φρεαττύδα που η Κιμ άφησε το μπάσο για την τρίτη κιθάρα;) και όποιον πάρει ο Χάρος! Δεν έχει σημασία τι νομίζεις εσύ για τους Swans αλλά τι είναι έτοιμοι να σου δείξουν αυτοί πάνω στην σκηνή. Μία ζωντανή εμφάνιση είναι σαν μάχη εξουσίας. Εμείς το κοινό εναντίον της μπάντας. Ποιος θα υπερισχύσει; Ποιος θα έχει το πάνω χέρι για 1-2-3 ώρες; Ποιος έχει το πλεονέκτημα της έκπληξης; Οι καλύτερες συναυλίες φυσικά είναι αυτές στις οποίες δεν υπάρχει νικητής. Ισοπαλία. Αλλά για φτάσεις σε αυτό το επίπεδο, της ισοπαλίας, πρέπει η μπάντα να σε κυριεύσει για λίγο για να σε ανεβάσει στο επίπεδο της, στην σκηνή. Αυτό ακριβώς κάνουν, έκαναν για τρίτη φορά, οι Swans. Είναι κυριάρχοι. Ξεκινάει η συναυλία και πονάω φριχτά στον αυχένα, δεν μπορώ να κουνηθώ. Ο JB δίπλα μου είναι πτώμα από την κούραση. Μόνο μας όπλο για την ισοπαλία το Άγιο Τσιπουράκι που πηγαίνει από χέρι σε χέρι. Η μπάντα και ο Gira όπως πάντα εξουσιάζουν. Με τις θηριώδεις κιθάρες τους, την σχεδόν εκτός ορίων ένταση, την εξοργιστική ακρίβεια με την οποία είναι χτισμένη το χάος τους, με την απίστευτη ενέργεια του ντράμερ, τους ανυπέρβλητους ρυθμούς του μπάσου, την φασαρία (noise), τους παρανοϊκούς -σχεδόν- αμανέδες του Gira. 
Σε τραβάνε κάτι αόρατα χέρια και σε τοποθετούν πάνω στην σκηνή. Τέρμα ο πόνος, τέρμα η κούραση, τέρμα το τσίπουρο. Καληνύχτα

Jessica Moss | Under Plastic Island + Pools of Light

Όταν έπαιρνα στα χέρια μου το χαρτονένιο δισκάκι με τον κωδικό CST005 νόμιζα ότι ήμουν μέλος της καλύτερης περιόδου της Constellation. Και ήταν απλά ο πρώτος της χρόνος. Το CST008 θα το ανακαλύψω μετά το CST012, το οποίο - λένε - ότι είναι και το καλύτερο της, το CST009 θα το δανείσω σε έναν φίλο ο οποίος θα μου το επιστρέψει κλαίγοντας και με το CST010 θα φτάσω σε κορύφωση ξανά και ξανά και ξανά.

Φτάσαμε όμως αισίως στο 138 και ομολογουμένως η Constellation διανύει μια από τις καλύτερες περιόδους της μικρής ζωής της.

Τι μας λέει τώρα ο Άτριχος ρε, γιατί δεν ξεκινάει μια από αυτές τις αυτόματες γραφές του, που ηρωποιεί τα συγκροτήματα που ακούει ζωντανά, κιθάρες να ουρλιάζουν, ντράμερ να παίζει παπάδες, δύο ντράμερ να παίζουν παπάδες, ζευγαράκια να χαμουρεύονται μπροστά του, ο Τάσος να ανεβαίνει τα Μετέωρα ακούγοντάς το the precipice, ο Γιάννης μπροστά του, ο Θανάσης πίσω του, όπα όπα!

 Ας μιλήσουμε καλύτερα για την Jessica Moss. Η βιολίστρια από τον Καναδά έχει παίξει στους A silver mt zion (από το 2001), με τους Arcade Fire (στο Funeral), τον Eric Chenaux, την Carla Bozulich (στο εξαιρετικό Evangelista του 2006), τον Vic Chesnutt, τους Broken Social Scene και τέλος, είναι ιδρυτικό μέλος των Black Ox Orkestra. Όχι και άσχημα! Επίσης έχει ένα παιδί με τον Efrim. Άσχετο εντελώς αλλά ρομαντικό…

Η Jessica Moss έχει - πλέον - και τρεις προσωπικούς δίσκους. Την κασέτα Under Plastic Island (2015) το Pools of Light (2017) και το Entanglement (2018) που μόλις κυκλοφόρησε. Η ίδια έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις της ότι ποτέ δεν παίζει κάτι γραμμένο από πριν, μπαίνει στο στούντιο και αυτοσχεδιάζει τα πάντα.[1] Επίσης κάθε δίσκος της είναι μια ιστορία, κρύβει ένα (μάλλον) αυτοβιογραφικό αφήγημα. Έτσι η κασέτα Under Plastic Island που περιέχει δύο μεγάλης διάρκειας κομμάτια είναι ένας στοχασμός της βιολίστριας πάνω στο πλαστικό νησί σκουπιδιών στην μέση των ωκεανών[2] που το εμπνεύστηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης!
Δύο χρόνια μετά ακολούθησε το εξαιρετικό Pools of light - που ακούω μανιωδώς τώρα - επίσης με δύο μέρη, το Entire populations και το Glaciers. Η Jessica για να ηχογραφήσει χρησιμοποιεί το βιολί της, διάφορα πετάλια και τρεις ενισχυτές.[2] Το αποτέλεσμα, στα δικά μου αυτιά, είναι άμπιεντ με μικρές δόσεις ποστ ροκ καναδέζικου - αυτό που θέλω να πω είναι ότι στους προσωπικούς της δίσκους φαίνεται η επιρροή της στην μουσική σκηνή του Μόντρεαλ, ή το αντίστροφο. Δεν βρήκα πουθενά το θέμα του συγκεκριμένου δίσκου γραμμένο και αυτό έκανε την ακρόαση του δίσκου φανταστική. Επειδή οι εικόνες και τα συναισθήματα, έρχονται μόνα τους, είναι δικά μου. Ο δίσκος ξεκινάει με μια μελωδία στο βιολί που μου θυμίζει ανατολή. Καθώς μπαίνουν τα υπόλοιπα βολιά με διαφορά πετάλια και προχώρα ο δίσκος, ένα αίσθημα κενού και αισιοδοξίας ταυτόχρονα με κατακλύζει. Ακούγοντας το Glaciers pt. 4 φαντάστηκα αυτόματα ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός είχε εκλείψει με πάταγο, χάρη στην εκδικητική προστατευτική μανία της φύσης. Όμως το pt. 4 δεν είναι ένα θλιμμένο κομμάτι -αντιθέτως ακούγεται σαν να είναι ήχοι της μάνας γης που γιορτάζει σεμνά πάνω στο κουφάρι του χειρότερου εχθρού της. Ακόμα και αν είσαι (που είμαι) αυτός ο εχθρός δεν μπορείς παρά να γιορτάσεις μαζί με την μητέρα φύση για αυτή της την νίκη, δεν μπορείς παρά να παραδοθείς στην μουσική της Jessica Moss. 

[1] Jessica Moss interview at The Seventh Hex
[2] Jessica's page at Constellation Records


Grails @ Kyttaro, Athens

Κάπου στα αριστερά το Άγιο Τσιπουράκι
Πάντα με προλαβαίνει ο φαντασμένιος στις κριτικές συναυλιών και δεν βρίσκω το χρόνο /τα λόγια /την όρεξη να γράψω τίποτα. Όμως αυτή την φορά δεν πρόλαβε καν να ακούσει το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης και πρέπει να πιεστώ. 9 και τέταρτο έλεγε το πρόγραμμα της διοργανώτριας 9 και δέκα ήμουν έξω από το Κύτταρο. Παρακολούθησα για μερικά λεπτά την συζήτηση μερικών φασέων τύπων που πριν λίγες μέρες είχαν ακούσει κάτι τραγούδια λάιβ στο γιουτούμπι και πείστηκαν να έρθουν. Δεν κατακρίνω κανέναν, άλλωστε την προηγούμενη φορά που είδα την μπάντα (ναι ήμουν σε αυτούς τους 80 στην σφεντόνα) με είχε πείσει ο τζέι μπι μερικές βδομάδες πριν (έχει τον τρόπο του.) Κανένα σαπορτ, μια μπύρα στο χέρι και μπαράκι, τσουπ, στις 9 και είκοσι βγαίνουν οι Grails. Που είναι ο Θανάσης; πουθενά ο Θανάσης! Τα τύμπανα μας χτυπούσαν κατάκαρδα είτε γιατί ήμασταν μπροστά στο αριστερό ηχείο είτε γιατί ο ντράμερ ήταν ο σταρ της βραδιάς (παίζει στους ΟΜ…) Τέλος πάντων δεν τα λες και άσχημα τα τύμπανα των Grails. Η μπάντα πότε έμπαινε με ντουμ, πότε έπαιζε μια ψυχεδελική μπαλάντα των Πινκ Φλόιντ ή πότε στο τσακίρ κέφι ο κιθαρίστας μας χάριζε στιγμές eits. Γενικά το όλο σκηνικό ήταν Tortois-ικό με τις συνεχείς εναλλαγές ύφους και την χαλαρή πολύπλοκότητα των συνθέσεων. Ειδικά όταν ο σταρ ντράμερ των ομ πήρε την κιθάρα και άφησε τα τύμπανα στον μπασίστα (ντάξει οι Tortoise παίζουν και τζαζ). Τελικά το μόνο αρνητικό της βραδιάς ήταν ότι έπαιξαν μια ώρα και κάτι ψιλά, σταμάτησαν δηλαδή όταν αρχίσαμε να ζεσταινόμαστε λίγο. Α ναι και το άλλο αρνητικό ότι παίξανε μερικές μέρες μετά τους gybe. Στο σπίτι ακόμα έπαιζε Πάριος.

ελπιδα+οργη+θλιψη

Άγχος! Άγχος! Μια μπίρα. Στα χέρια. Τσιγάρο. “Μόλις παρκάραμε”. Που είναι ο Θ; Έλα μαλάκα να πιάσουμε θέση. Τι κάνετε; Καλά; Και εσείς για την συναυλία; Άντε να δούμε. Θα παίξουν το στάτικ. Ναι, ρε γαμώτο το στάτικ. Θα το παίξουν. Και αν όχι; Τι; Ε, ας παίξουν κάτι. Ότι θέλουν. Αγχώνομαι. Γιατί; Αγχώνομαι σαν να δίνω ξανά Σύγχρονη Φυσική Ι. Χα χα χα. Πάνε δεκαεπτά χρόνια από τότε! Από πότε; Από την ΣΦ1; Όχι, από το Ρόδον. Αχ ναι! Τότε ήταν καλά. Το κοινό ήταν καλύτερο. Όχι δεν ήταν. Κρατούσαν τα ποτά τους στο χέρι πίσω στο Ρόδον και μιλούσαν ενώ η μπάντα έπαιζε το στορμ! Τότε το μετρόπολις είχε ειδική γωνία ποστ-ροκ. Ο μήνας έβαζε 10 με τόνο στο Υψώστε τα χέρια σας σαν κεραίες στον ουρανό και όλοι πήγανε-πήγαμε να τους δούμε. Αλλά μιλούσαν για άσχετα ενώ έπαιζαν το στάτικ! Πάμε μέσα. Μέσα. Να μπούμε. Άντε προχωράτε θα έχει γεμίσει. Εδώ είμαστε καλά; Καλά είναι. Κέντρο θα ακούμε καλά. Ο ήχος -σκάσε με τον ήχο. Αφού ρε συ πρέπει να δ- δεν με νοιάζει ο ήχος! Θα παίξουν το στάτικ πρώτο. Όχι. όχι, δεν θα το παίξουν. Δεν πειράζει. Χόουπ, ρε μαλάκες, χόουπ. Ας παίξουν  ότι θέλουν.
Άγχος! Άγχος! Τι παίζει ο τύπος; KGB? Drones? Ωχ με ντρόουν θα μπουν. Όχι. Άκου τον βόμβο.  Στάτικ; όχι όχι ντρόουν. Χόουπ ντρόουν ρε! Πάμε! Ξεκίνησε. Στην υγειά μας. Θ. έφερες τσίπουρο; Ναι! Ναι! Ναι! Ναι! Τι κάνει ο κύριος μπροστά μας; Ε την επόμενη φορά έτσι θα είμαι και εγώ. 50 χρονών στην πρώτη σειρά να ελπίζω ότι θα παίξουν το στάτικ. Χόουπ ρε συ. Χόουπ ρε γαμώτο. Παίξτε το. Νατο! Νάτο! Μπάινει το αλμπάνιαν! Ναι! Ναι! Ναι! Πάει το άγχος! Πάνε όλα. Παίξτε ότι θέλετε. Σας αγαπώ. Χόουπ. Οι κιθάρες σας κυλάνε στις φλέβες μου. Τα τύμπανα σας χτυπούν σαν την  καρδιά μου. Φέρε τσίπουρο. Άναψε τσιγάρο. Αγκάλιασε με. Μπόσιζ χανγκ. Ναι! Τα αυτιά μου μας πονάνε. Σουάνς. Μην με κοιτάς έτσι.
Χάλια ο ήχος. Οι κιθάρες ψηλά. Μπούκωσαν τα μεγάφωνα από τον θυμό του εφριμ του μογια του αινταν. Του νιόνιου, του γιάννη του τάσου του άκη του θανάση. Μπόσιζ χανγκ. Τι γαμάτος τίτλος. Όταν το πρωτοείδα  ευχόμουν να είναι το καλύτερο κομμάτι που έχουν γράψει και παίξει ποτέ. Δεν είναι. Είναι η καταιγίδα, το στατικ, η αστυνομία του κόσμου και τα φιλικά πυρά είναι ο θλιμμένος μαφιόζος (αχ βρε ποιος το ονόμασε αυτό) νάτο πάμε κουνηθείτε με τον παραδοσιακό τρόπο τι μελωδία τι θλίψη. Ελπίδα θυμός θλίψη. Χωρίς λόγια. Και τι να πεις; άστο. Πάμε μια τελευταία φορά. 2 ώρες ακριβώς. Πως πέρασαν; αντέχουμε ακόμα 2. Παίξτε κάτι ακόμη. Οτιδήποτε. Ναι αυτό! Ναι! Ναι! Το έχουμε ακούσει σε κάποιο γλέντι γάμου. Το έχουμε χορέψει σε κάποια διαμαρτυρία εκπαιδευτικών στο σύνταγμα. Τι άλλο; τι άλλο; χόουπ+θυμός+θλίψη μαζί όλα.

NotSoCoolverine

Too cool to be a Mogwai song.
Actually everything points to Mogwai from the start. And in 3 minutes and fucking 40 seconds they have a perfect opportunity. They’ve made us wait for the change, the better part that was coming all along. That’s who Mogwai are. They make you wait and wait and wait until-
Until they come on you full force and they suck your tits with their power and imagination. their guitars and the noise. the noise and the guitars. They keep you waiting up to the minute you cannot wait anymore or-
Or maybe they just explode before you understand and-
And it's too late. You're a Mogwai maniac.
But now 3 minutes and 40 fucking seconds later I expect hell to break loose and it’s only a bit of a nice bass guitar and a quicker rhythm. But Stuart where are the guitars? Seriously now couldn’t you just kick our asses for the remaining 2 and a half minutes?


Μαύροι Κύκνοι στην Λιοσίων Νο2

Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν είναι καλύτερα να βλέπεις λάιβ τα αγαπημένα σου συγκροτήματα μία και μοναδική φορά ή περισσότερες. Και αν η μία φορά δεν είναι η καλή τους μέρα (συμβαίνει συχνά); Αν έχουν κυκλοφορήσει την δισκάρα τους αφού τους είδα εγώ; Αν δεν έρθουν άλλη φορά στην Ελλάδα; Πως ήταν λοιπόν η τρίτη φορά που είδες τους Swans Άτριχε μου Πίθηκε; Ομολογώ ότι αυτό
με τα πολλά ή λίγα λάιβ το σκέφτομαι από τότε που είδα δεύτερη φορά τους Swans και τώρα που τους άκουσα ξανά στο Gagarin η σκέψη επανήλθε πιο έντονη. Γιατί όταν πρωτοακούσαμε για τον Michael Gira και την παρέα του, όταν ευλαβικά ακούγαμε το The Seer και αυνανιζόμασταν σε κάθε αυλάκι του βινυλίου, όταν τελικά μάθαμε ότι θα έρθουν στο Fuzz στην Πειραιώς και πήραμε και τα εισιτηριάκια μας, ήμασταν ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένοι και λίγο τρομαγμένοι, ή καλύτερα λίγο ανίδεοι. Βλέπετε δεν τους ξέραμε και από πριν, δεν είχαμε ξανακούσει, δεν είχαμε μάθει κάτι για αυτούς τόσα χρόνια που μεσουρανούσαν γαμούσαν στο ποστ-πανκ σύμπαν. Πήγαμε στην συναυλία τρομαγμένοι από τις φήμες (εντελώς αληθινές) ότι η ένταση του ήχου στις εμφανίσεις ήταν εκκωφαντική, φτάσαμε στον Ταύρο γνωρίζοντας μόνο το The Seer και κάνένα ακόμα κομμάτι από την παλιά εποχή.
Αλλά τελικά δεν έχουν σημασία οι φήμες και το επίπεδο γνώσης με μία τέτοια μπάντα που που βγαίνει στην σκηνή σαν τους Sonic Youth (θυμαστε εκείνη την εφιαλτική βραδιά στην Φρεαττύδα που η Κιμ άφησε το μπάσο για την τρίτη κιθάρα;) και όποιον πάρει ο Χάρος! Δεν έχει σημασία τι νομίζεις εσύ για τους Swans αλλά τι είναι έτοιμοι να σου δείξουν αυτοί πάνω στην σκηνή. Μία ζωντανή εμφάνιση είναι σαν μάχη εξουσίας. Εμείς το κοινό εναντίον της μπάντας. Ποιος θα υπερισχύσει; Ποιος θα έχει το πάνω χέρι για 1-2-3 ώρες; Ποιος έχει το πλεονέκτημα της έκπληξης; Οι καλύτερες συναυλίες φυσικά είναι αυτές στις οποίες δεν υπάρχει νικητής. Ισοπαλία. Αλλά για φτάσεις σε αυτό το επίπεδο, της ισοπαλίας, πρέπει η μπάντα να σε κυριεύσει για λίγο για να σε ανεβάσει στο επίπεδο της, στην σκηνή. Αυτό ακριβώς κάνουν, έκαναν για τρίτη φορά, οι Swans. Είναι κυριάρχοι. Ξεκινάει η συναυλία και πονάω φριχτά στον αυχένα, δεν μπορώ να κουνηθώ. Ο JB δίπλα μου είναι πτώμα από την κούραση. Μόνο μας όπλο για την ισοπαλία το Άγιο Τσιπουράκι που πηγαίνει από χέρι σε χέρι. Η μπάντα και ο Gira όπως πάντα εξουσιάζουν. Με τις θηριώδεις κιθάρες τους, την σχεδόν εκτός ορίων ένταση, την εξοργιστική ακρίβεια με την οποία είναι χτισμένη το χάος τους, με την απίστευτη ενέργεια του ντράμερ, τους ανυπέρβλητους ρυθμούς του μπάσου, την φασαρία (noise), τους παρανοϊκούς -σχεδόν- αμανέδες του Gira. 
Σε τραβάνε κάτι αόρατα χέρια και σε τοποθετούν πάνω στην σκηνή. Τέρμα ο πόνος, τέρμα η κούραση, τέρμα το τσίπουρο. Καληνύχτα